Στο δρόμο του Γολγοθά (Ἀπό χειρόγραφο τοῦ 1926. Ἐπιμέλεια: Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’)

mpempti

Τό ἐνδιαφέρον ὅλου τοῦ ξένου κόσμου, πού μαζεύτηκε κεῖνο τό ἔτος στήν Ἱερουσαλήμ, δέν ἦταν τόσο γιά τό Πάσχα, γιά τό ὁποῖο καί ἦρθαν, ἀλλά γιά τή δίκη τοῦ Γαλιλαίου Ἰησοῦ. Τοῦτον ἀποκαλοῦσαν ἄλλοι μέγαν κακοῦργο, ἀπατεῶνα, ἀγύρτη, ἐπαναστάτη, καί ἄλλοι μέγαν διδάσκαλο, Μεσία, προφήτη. Οἱ τελευταῖοι ἦσαν πρό πάντων Γαλιλαῖοι ψαράδες τῆς Γενησαρέτ, οἱ ὁποῖοι πολλές φορές εἶχαν φάγει μαζί του ψάρια καί εἶχαν ἀκούσει τίς θεῖες ὁμιλίες του˙ καί αὐτοί ἦσαν πού ἔστρωσαν πρό τριῶν ἡμερῶν τά ἱμάτιά τους στό δρόμο τοῦ Ἰησοῦ καί ἔκραζαν «Ὠσσανά ἐν τοῖς Ὑψίστοις!».

Καί γι' αὐτό τή νύχτα τῆς δίκης ἦσαν πολλοί, πάρα πολλοί, μαζευμένοι στό πραιτώριο, ὅπου ἐδίκαζαν οἱ ἀρχιερεῖς, γιά νά παρακολουθήσουν τή δίκη καί νά μάθουν τό ἀποτέλεσμα. Τό πρωΐ διεδόθη σέ ὅλη τήν Ἱερουσαλήμ, ὅτι ὁ Γαλιλαῖος κατεδικάσθη νά σταυρωθῇ στό λόφο τοῦ Γολγοθᾶ μέ δύο ληστάς. Καί γι' αὐτό ἀπό νωρίς, καί ὁ ἐντόπιος πληθυσμός καί ὁ ξένος, ἄρχισαν νά συρρέουν στό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ, καί στό λόφο ἐπάνω φαινότανε ἀπό μακράν μυρμηκιά περιέργων, οἱ ὁποῖοι ἔτρεχαν νά ἀπολαύσουν τό θέαμα τριῶν ἀνθρώπων πού θά ἐσταυρώνοντο καί πρό πάντων γιά νά ἰδοῦν τόν παράξενο ἐκεῖνον Γαλιλαῖο, γιά τόν ὁποῖον τόσες φῆμες διεδίδοντο.

Ἔβλεπε λοιπόν κανείς ἀπό τό ἕνα καί ἀπό τό ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου ἀνθρώπους πάσης ἡλικίας καί πάσης φυλῆς, νά περιμένουν ἀνυπομόνως τό πέρασμα τῆς συνοδείας.

Ἦταν πλέον μεσημέρι καί ἔλαμπαν στόν ἥλιο οἱ πανοπλίες τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν, πού ὡδηγοῦσαν στόν Γολγοθᾶ τούς καταδίκους. Καί σέ λίγο ἡ συνοδεία τῶν στρατιωτῶν, πού ἐβάδιζαν μέ κανονικό καί σοβαρό βῆμα, ἀνέβαινε στόν ἀνήφορο τοῦ Γολγοθᾶ, ἔχοντας στή μέση τούς τρεῖς καταδίκους φορτωμένους τούς σταυρούς των. Ὅλοι τότε ἔσπευδαν πρός τόν δρόμο, οἱ ὀπίσθιοι ἔσπρωχναν τούς μπροστινούς, ὅλοι ἐσηκώνοντο στίς μύτες τῶν ποδιῶν τους, ἐτέντωναν τούς λαιμούς των καί ἄνοιγαν διάπλατα τά μάτια τους νά ἰδοῦν, νά ἰδοῦν τούς καταδίκους καί πρό πάντων τόν Γαλιλαῖο. Γυναῖκες κρατοῦσαν στήν ἀγκαλιά τους τά μικρά παιδιά τους καί ἔδειχναν σ' αὐτά μέ τό δάχτυλο τόν Γαλιλαῖο.

Ἐκεῖνος ἐβάδιζε σκυφτός ἀπό τό βάρος τοῦ σταυροῦ του καί ὁ ἱδρῶτας ἔπεφτε κατά σταγόνας ἀπό τό μέτωπό του στή γῆ. Λέγουν ὅτι τήν ἄλλη ἡμέρα ὁ δρόμος τοῦ Γολγοθᾶ ἦταν γεμᾶτος ἀπό ἀνθισμένους κατάλευκους κρίνους, οἱ ὁποῖοι ἐφύτρωσαν ἀπό κάθε σταγόνα ἱδρῶτος τοῦ Ἰησοῦ καί ἐγέμιζαν ἀπό εὐωδία τόν ἀέρα. Στό πλῆθος μέσα ἦσαν καί πολλές γυναῖκες ἀπό τήν Γαλιλαία, πού εἶχαν ἀκολουθήσει τόν Ἰησοῦ γοητευμένες ἀπό τή γλυκειά του μορφή καί τή γλυκειά του ὁμιλία. Τόν εἶχαν ἀκούσει πολλές φορές στήν ὡραία πατρίδα τους νά διδάσκῃ μέ τή μελωδική φωνή του στίς ἐξοχές, στήν ἀκρογιαλιά, στίς καταστόλιστες ἀπό παπαρούνες πεδιάδες, καί ἡ φωνή του ἔφθανε ἕως αὐτές μυρωμένη ἀπό τίς ἀνθισμένες πορτοκαλλιές. Καί τώρα τόν ἔβλεπαν νά σηκώνῃ τό σταυρό του, καί δάκρυα ἐγέμιζαν τά μάτια τους, χωρίς νά τολμοῦν νά τἀφήσουν νά χυθοῦν, γιατί τό μάτι τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων ἔφθανε παντοῦ καί ἔβλεπε καί κατασκόπευε πᾶσα ἔνδειξη συμπαθείας πρός τό καταλύτη τοῦ Νόμου.

Στήν ἄκρη τοῦ δρόμου, στεκότανε καί μιά Γαλιλαία, πού κρατοῦσε ἀπό τό χέρι ἕνα παιδάκι ἕξη χρονῶν καί ἔσκυβε πρός αὐτό καί τοῦ ἔδειχνε μέ τό δάχτυλό της τόν Ἰησοῦ, τή στιγμή πού ἡ συνοδεία περνοῦσε ἀπ' ἐμπρός της. Τό παιδί ὅμως, ὅταν εἶδε τούς ψηλούς καί αὐστηρούς Ρωμαίους στρατιώτας, ὅταν εἶδε τά ὅπλα τους, πού ἐσυμβόλιζαν τήν κυριαρχία τῆς Ρώμης, νά ἀστράφτουν στόν ἥλιο, ἐφοβήθηκε, ἔβαλε φωνές καί προσπαθοῦσε νά κρυφθῇ στίς πτυχές τοῦ φορέματος τῆς μητέρας του. Ἐκείνη τό ἐθάρρυνε μέ λόγια καί τοῦ ἔστρεφε τό κεφάλι πρός τό μέρος τῆς συνοδείας καί τοῦ ἔδειχνε τόν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνο ἐτόλμησε νά παρατηρήσῃ καί, μόλις ἀντίκρυσε τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ἔτρεξε χαρούμενο, διέσχισε τήν γραμμή τῶν στρατιωτῶν, ἐπλησίασε τόν Ἰησοῦ, ἀγκάλιασε τά γόνατά του καί τόν ἔβλεπε κατάμματα μ' ἕνα ἀγγελικό μειδίαμα στά χείλη. Ἦταν ἕνα ἀπό τά παιδιά ἐκεῖνα πού εἶχε εὐλογήσει πρό ὀλίγων ἡμερῶν ὁ Ἰησοῦς καί ἔτρεξε νά ἀγκαλιάσῃ τά γόνατά του, γιατί τόν εἶχε ἀγαπήσει.

Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε ὅτι ἀπό ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος μόνο ἕνα μικρό παιδί ἐτόλμησε νά τοῦ δείξῃ συμπάθεια, ἀπέθεσε τό βαρύ σταυρό κατά γῆς, ἔσκυψε καί ἐφίλησε τό παιδί ἐκεῖνο στό μέτωπο.

Μέ τό ἐπεισόδιο αὐτό ἡ συνοδεία ἐσταμάτησε καί τό δειλό πλῆθος τῶν Ἑβραίων ἦταν ἕτοιμο νά τραπῇ εἰς φυγήν μόλις εἶδε τούς Ρωμαίους νά σταματήσουν. Κάποιος κρύος φόβος διέτρεξε τά πλήθη καί οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι δέν ἀγαποῦσαν τίς ἀταξίες, ἐβρόντησαν τά δόρατα στίς ἀσπίδες τους. Ξεροί κρότοι ἀκούσθηκαν. Ἦταν ὁ βρυχηθμός τῆς Ρώμης. Τά πλήθη ἐπάγωσαν στή θέση τους.

Ὁ κεντυρίων ἔτρεξε βιαστικός νά ἰδῇ τί τρέχει καί, κεντῶν μέ τό δόρυ του τόν Ἰησοῦ, τοῦ εἶπε ἀπότομα: «Ἐμπρός, δέν ἔχουμε καιρό νά χάνουμε. Εἶστε τρεῖς πού θά σταυρωθῆτε καί ἡ ὥρα περνᾷ».

Τό παιδί ἀπεδόθη στή μητέρα του, ὁ Ἰησοῦς ἐσήκωσε πάλι τό σταυρό του καί ἡ συνοδεία ἐξακολούθησε τό δρόμο της πρός τήν κορφή τοῦ λόφου.

Εκτύπωση