ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ'

 

     Οἱ ἱεροί κανόνες εἶναι οἱ ἐντολές ἤ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας πού θεσπίσθηκαν ἤ ἐπικυρώθηκαν ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, γιά τήν πνευματική καθοδήγηση τῶν πιστῶν, πρός πραγμάτωση τῆς κατά Χριστόν ζωῆς καί τελειότητος.

     Οἱ κανόνες αὐτοί εἶναι ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μέ προέλευση τίς Οἰκουμενικές ἤ Τοπικές Συνόδους ἤ τή θεολογία συγκεκριμένων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ κανόνες δημιουργήθηκαν μετά τήν ὕπαρξη καί προβολή ἐρωτημάτων, ἀποριῶν ἤ προβλημάτων ἀπό τούς πιστούς καί ἔπειτα ἀπό τήν ἐμφάνιση διαφόρων ἀναγκῶν τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔπρεπε νά τύχουν τῆς ἐπιλύσεως, τῆς ἀπαντήσεως, τῆς ρυθμίσεως καί ἀντιμετωπίσεως ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Καί αὐτό, διότι στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πρέπει τά πάντα, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, νά γίνονται «εὐσχημόνως καί κατά τάξιν» (Α' Κορ. 14,40), ἀφοῦ «οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός» (Α' Κορ. 14,33). Οἱ ἴδιοι δέ οἱ ἱεροί κανόνες κρύβουν στό περιεχόμενό τους τή βασική αὐτή ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καί θαυμάσια βρίσκουμε σέ αὐτούς καί τίς χαρακτηριστικές ἐκφράσεις «ἐκκλησιαστική εὐταξία» (17ος καν. Πρωτοδ.), «κανονική εὐταξία» (1ος καν. Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξ.).

     Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν, ἡ ὁποία κατέχει τό Ἅγιον Πνεῦμα «μένον καί ὁδηγοῦν αὐτήν εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰω. 16,18), ἔχει φέρει ὡς καρποφορία τοῦ ἱστορικοῦ της βίου τούς ἱερούς κανόνες, τούς ὁποίους διακρατεῖ καί διαφυλάσσει στούς κόλπους της.

     Οἱ ἱεροί κανόνες ὡς θεολογία εἶναι ἑρμηνεία καί ἐφαρμογή τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἀποτελοῦν «ἀπαύγασμα» τῆς πνευματικῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή δέν εἶναι ἔξωθεν στοιχεῖα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς πού εἰσῆλθαν ἐκ τῶν ὑστέρων σ' αὐτήν, ἀλλά εἶναι μέσα σ' αὐτήν, ἀπόλυτα συνδεδεμένοι μέ τό δόγμα καί τό ἦθος, μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Εἶναι ριζωμένοι στή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτή καί μόνο ἐκφράζουν σέ ἀμοιβαία συνάφεια μέ τή δογματική Της διδασκαλία. Αὐτό φαίνεται πολύ καθαρά ἀπό τούς ἴδιους τούς κανόνες, οἱ ὁποῖοι σχετίζονται μέ τό κατ' ἐξοχήν γεγονός φανερώσεως τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὁ ὄρος «ἀφοριζέσθω», πού συναντᾶμε συχνά στούς ἱ. κανόνες, εἶναι ἀκριβῶς ἡ δυνατότητα πού ἔχει ἀφ' ἑαυτῆς ἡ Ἐκκλησία, νά λέγει ποιός πρέπει νά κοινωνήσει καί ποιός δέν πρέπει, ποιός δηλαδή συμμετέχει στό μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας καί ποιός ὄχι, ποιός ἀποβάλλεται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα καί ποιός παραμένει καί συμμετέχει στό κοινό Ποτήριο τῆς Ζωῆς τῆς ἀθανάτου, μαζί μέ τούς ἀδελφούς του, τούς ἄλλους «συνδαιτυμόνες» πιστούς, τό ὅλο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι οἱ ἱ. κανόνες, ἐπειδή εἶναι θεολογία, οὐδέποτε χωρίζονται ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν προσευχή, τή μυστηριακή ζωή, τόν Ἐπίσκοπο, τούς ἱερεῖς, τή λατρεία, τήν πράξη τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, τά ἔργα. Κατά συνέπειαν, οἱ ἱεροί κανόνες δέν εἶναι νομικές διατάξεις ἀναγκαστικοῦ χαρακτῆρα, νόμοι, ἀνθρώπινες ἐντολές, δικαιοπραξίες, κατασκευάσματα τοῦ ἑκάστοτε κοσμικοῦ νομοθέτη. Ἄν θεωρήσουμε τούς ἱ. κανόνες ὡς νομικές τυπικές διατάξεις, τότε παύουν νά εἶναι καί νά ὀνομάζονται ἱεροί, καί εἶναι ἁπλῶς διατάξεις χωρίς πνευματική σημασία γιά τούς πιστούς, ἀνεπαρκεῖς καί ἀτελεῖς. Ἡ διαφορά τῶν νόμων τῆς Πολιτείας καί τῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι σαφής. Οἱ κοσμικοί νόμοι ρυθμίζουν ἐξαναγκαστικῶς τήν ἐξωτερική συμπεριφορά τῶν πολιτῶν ἑνός κράτους, οἱ ἱεροί κανόνες ἀφοροῦν στήν πνευματική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀποβλέπουν στή σωτηρία τῆς ψυχῆς, στή κατάκτηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν Καί ἀκόμη, οὔτε εἶναι ὀρθό, ἐξ ἐπόψεως θεολογικῆς, νά διαχωρίζουμε τούς κανόνες σέ δογματικούς καί διοικητικούς, ὡσάν νά ἰσχυριζόμαστε (ἀδοκήτως βέβαια) ὅτι ἄλλης φύσεως εἶναι τά κλαδιά τοῦ δένδρου καί ἄλλο τό δένδρο.

     Οἱ ἱεροί κανόνες ἐκφράζουν τήν ὅλη ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτή ἡ ἐμπειρία ἐκδηλώνεται κατά τρόπο συνοδικό, γεγονός πού ἀποτελεῖ οὐσιαστικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

     Ὁ ρόλος τῶν κανόνων στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σπουδαιότατος. Μᾶς χρειάζονται οἱ ἱεροί κανόνες. Ὁ ἔγκριτος βυζαντινός σχολιαστής τῶν κανόνων, Ἰωάννης Ζωναρᾶς, σαφέστατα ἀποφαίνεται ὅτι οἱ κανόνες ἔχουν διατυπωθεῖ ἀπό τίς Συνόδους «εἰς κατάστασιν ἐκκλησιαστικήν καί ὠφέλειαν τῶν πιστῶν». Οἱ κανόνες ὑφίστανται γιά νά διατηροῦν τήν κανονική τάξη, ἑνότητα καί εἰρήνη στήν Ἐκκλησία, συγχρόνως βοηθοῦν κυρίως τούς ἁρμοδίους ποιμένες στό ποιμαντικό τους ἔργο. Προφυλάσσουν τούς πιστούς ἀπό τίς μεθοδεῖες καί παγίδες τοῦ ἀρχεκάκου Σατανᾶ, ἐντείνουν τήν προσοχή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ὥστε νά μή λοξοδρομήσουν ἀπό τήν ὁδό τοῦ Κυρίου καί ριφθοῦν στόν κρημνό τῆς ἀποστασίας. Στά χέρια τῶν ὑπευθύνων λειτουργῶν, τῶν ποιμένων, οἱ ἱεροί κανόνες λειτουργοῦν καθοδηγητικά, γιά νά χρησιμοποιηθοῦν ἀπ΄ αὐτούς ποιμαντικά, μέ σκοπό τήν πνευματική στήριξη καί βοήθεια τῶν πιστῶν πού ἐλεύθερα προστρέχουν στήν Κιβωτό τῆς Ἀληθείας, τήν Ἐκκλησία. Στέκουν, μέ ἄλλα λόγια, ὡς ὁριοδεῖκτες τοῦ δρόμου τῆς σωτηρίας.

     Εἶναι πρωτίστως ποιμαντικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Κείμενα πού τελικά ἀποβλέπουν στήν λύτρωση ἀπό τήν ἁμαρτία καί στή σωτηρία τῶν πιστῶν. Αὐτομαρτυρία τοῦ ποιμαντικοῦ καί τοῦ σωτηριολογικοῦ χαρακτῆρα τῶν ἱερῶν κανόνων μᾶς δίνει θαυμάσια ὁ σημαντικός 2ος κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος καί χαρακτηρίζει τούς κανόνες ὡς ἀναγκαίους «πρός ψυχῶν θεραπείαν καί ἰατρείαν παθών».

     Οἱ Πατέρες τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) τονίζουν ἰδιαίτερα τήν ἀξία, τή σημασία καί τό ρόλο τῶν ἱερῶν κανόνων, γι' αὐτό καί διακηρύσσουν περίτρανα: «Ἀσπασίως τούς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καί ὁλόκληρον τήν αὐτῶν διαταγήν καί ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπό τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἐξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπί ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καί τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τά συμφέροντα» (Γ. Ράλλη -Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, Ἀθήνησιν 1854, τόμ. Δ', σελ. 275). Δικαιολογημένη εἶναι, ἑπομένως, ἡ δημόσια πνευματική ἀνησυχία καί στενοχώρια τοῦ μέγιστου κανονολόγου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας Μεγ. Βασιλείου, ὅταν διαπιστώνει ὅτι αὐτοί οἱ ἱεροί κανόνες τίθενται στό περιθώριο, περιφρονοῦνται, λησμονοῦνται καί ἀγνοοῦνται ἀπό κλῆρο καί λαό. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Πάνυ μέ λυπεῖ, ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπόν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καί πᾶσα ἀκρίβεια τῶν ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καί φοβοῦμαι μή κατά μικρόν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τά τῆς ἐκκλησίας πράγματα» (ὅπ. παρ. τόμ. Β', σελ. 556).

    

*

     Γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἱερῶν κανόνων στήν πνευματική μας ὑπόσταση καί ζωή χρησιμοποιοῦμε εἴτε τήν «ἀκρίβεια» εἴτε τήν «οἰκονομία». «Ἀκρίβεια» κατ' ἀρχήν σημαίνει τό ὅλο corpus τῶν ἱερῶν κανόνων. Εἶναι, μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἐπίσημη καί ἐπικυρωμένη ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους ἐκκλησιαστική κανονική παράδοση. Συγχρόνως δέ, λέγοντες «κατ' ἀκρίβειαν» ἐφαρμογή τῶν ἱερῶν κανόνων, ἐννοοῦμαι τήν πιστή τήρηση αὐτῆς τῆς κανονικῆς παραδόσεως. Εἶναι ἡ πιστότητα στήν αὐθεντία καί στό ἀλάθητο τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

     Ἀλλά δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν «καινήν κτίσιν», τήν ὁποίαν συνέστησεν ὁ Χριστός ἐνανθρωπήσας καί «ἀνακεφαλαιώσας ἐν ἑαυτῷ τά πάντα» (Ἐφεσ. 1,10), καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ μοναδικός χῶρος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκριβῶς, σκοπός Της εἶναι ἡ λύτρωση ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ θέωση τῶν βεβαπτισμένων μελῶν Της. Γιά τήν ἀρχή, ὁδοποίηση καί τελείωση τῆς πρός τόν Θεόν οἰκειώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ καί ἐφαρμόζει καί τόν κανονικόν θεσμόν τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας». Ἔτσι «κατ' οἰκονομίαν» λέγομεν τήν ἀπό φιλανθρωπία παρέκκλιση ἀπό τήν ἀκρίβεια τῶν κανόνων πρός σωτηρίαν τῶν πιστῶν, χωρίς βέβαια καμμία ἀπολύτως ἀθέτηση τῶν δογματικῶν ὁρίων. Ἡ Ἐκκλησία διά μέσου τῶν αἰώνων κηρύττει τόν θεῖο λόγον, ἐπιτελεῖ τό λατρευτικόν Της ἔργο καί κατευθύνει καταλλήλως τά μέλη τοῦ σώματός Της πρός τόν ἁγιασμό καί ἐπιτέλεση τοῦ θείου προορισμοῦ τους, ἐφαρμόζοντας (οἱ Ποιμένες Της) κατά περίπτωσιν τόν λόγον τοῦ Κυρίου. «Τό Σάββατον διά τόν ἄνθρωπον ἐγένετο καί οὐχ ὁ ἄνθρωπος διά τό Σάββατον» (Μάρκ. 2,27).

     Ἀλλ' ἐπειδή πολλές φορές ὑφίσταται μία παρεξήγηση γι' αὐτόν τόν θεσμό τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας», ἀξίζει νά παραθέσουμε καί γνῶμες ἁγίων πατέρων.

     Ὁ Ἀναστάσιος ὁ Σιναϊτης (Ζ' αἰ.) γράφει ὅτι: «Οἰκονομία ἐστίν ἑκούσιος μεγέθους συγκατάβασις πρός σωτηρίαν τινῶν ἐπιτελουμένη» (PG 89,77), καί ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου ἅγ. Θεόδωρος ἀναφέρει: «Οἰκονομία ὅρος, ὡς οἶσθα, μήτε τι τῶν κειμένων ἀθετεῖν καθόλου, μήτε ἐφ' ᾧ οἷόν τε μικρόν ὑφεῖναι κατά καιρόν καί λόγον˙ ὡς ἐντεῦθεν εὑρεῖν τό ζητούμενον ἀτέχνως πρός τό σφοδρότερον ὑπάγεσθαι τῷ πράγματι, καί ζημιοῦσθαι τά τελεώτερα...» (PG 99, 984 B).

     Ἕνας ἄλλος σοφός πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μέγας Φώτιος, δίνει ἕνα καλό ὁρισμό τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας: «Ἐκκλησιαστική οἰκονομία (εἶναι) τῶν ἀκριβεστέρων νόμων ἤ ἐπί τινα χρόνον ὑποστολή ἤ σχολή, ἤ τῶν ἀνειμμένων εἰσφορά, πρός τήν τῶν δεχομένων ἀσθένειαν, διοικονομοῦντος τοῦ νομοθέτου τό πρόσταγμα» (Τά Ἀμφιλόχια, Ἀθήνησι 1858, σελ. 7). Θεολογικότερος εἶναι ὁ ὁρισμός τοῦ Νικολάου Α' (τοῦ Μυστικοῦ, Πατριάρχου Κων/λεως (Ι' αι.): «Οἰκονομία μέν γάρ σωτηριώδης ἐστί συγκατάβασις, σώζουσα τόν ἡμαρτηκότα, χεῖρα βοηθείας ὀρέγουσα καί ἀνιστῶσα τοῦ πτώματος τόν πεσόντα, οὐχί τῷ πτώματι ἐπιτρέπουσα κεῖσθαι, μᾶλλον δέ πρός ἐλεεινόν βάραθρον συνωθοῦσα˙ οἰκονομία ἐστί μίμησις τῆς θείας φιλανθρωπίας, ἁρπάζουσα ἐκ στόματος τοῦ καθ' ἡμῶν ὠρυομένου θηρός τόν μέλλοντα τῷ ἐκείνου ὀλεθρίῳ καταπίνεσθαι στόματι. Ἁρπάζεσθαι δέ παντός οὐχ ὁ πράττων τήν ἁμαρτίαν, ἀλλ' ὁ ταύτης θείᾳ μεθόδῳ τῆς οἰκονομίας πόρρω καταστάς καί τήν δίωξιν αὐτῆς ἀποκλίνας» (PG  111, 212D-213A).

     Καί τέλος, ὁ σοφός ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὡραιότατα διασαφηνίζει: «Δύο εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως φυλάττονται εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Τό ἕν εἶδος ὀνομάζεται Ἀκρίβεια, τό δέ ἄλλο ὀνομάζεται Οἰκονομία καί Συγκατάβασις, μέ τά ὁποῖα κυβερνοῦσι τήν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν οἱ τοῦ πνεύματος οἰκονόμοι (=κληρικοί), πότε μέν μέ τό ἕνα, πότε δέ μέ τό ἄλλο» (Πηδάλιον, ἔκδ. «Ἀστήρ», 1982, σελ. 53).

     Τόσο ἡ «ἀκρίβεια» ὅσο καί ἡ «ἐκκλησιαστική οἰκονομία» τόν ἴδιο ἀκριβῶς στόχο ἔχουν στό ποιμαντικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί οἱ δύο θεσμοί ἀφοροῦν τή μία καί ἑνιαία κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὁ σκοπός τῆς ἐφαρμογῆς τῆς «ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας» εἶναι ὁ ἴδιος, δηλαδή ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί γενικότερα ὅλων τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σέ ἀδυναμία ἔναντι τῶν κανόνων. Δέν πρόκειται γιά ὑποκειμενική αὐτόματη ἐνέργεια, οὔτε γιά καταστρατήγηση τῆς κανονικῆς τάξεως, ἀλλά γιά κίνηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού φωτίζει καί κατευθύνει τούς ἁρμοδίους ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐφαρμογή της. Εἶναι πράξη ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας, ἐνέργεια καθαρά πνευματική καί ὄχι θεσμός νομικῆς φύσεως.

     Ἀπόρροια τῆς θεολογικῆς ταυτότητος τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καί τό γεγονός ὅτι τά ἐπιτίμια πού ἀναγράφουν πολλές φορές οἱ κανόνες καί ἐπιβάλλουν οἱ πνευματικοί πατέρες στούς πιστούς, δέν χαρακτηρίζονται θεολογικῶς ὡς ποινές, οὔτε ἔχουν ποινικό κυρωτικό χαρακτῆρα, εἶδος δηλαδή τιμωρίας καί ἐξιλεώσεως, ἀλλά ἀποτελοῦν παιδαγωγικά καί θεραπευτικά μέσα γιά τή σωτηρία τῶν πιστῶν.

     Ἔτσι οἱ ἱεροί κανόνες δέν πρέπει νά θεωροῦνται ὡς σκληρές διαταγές τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς χριστιανούς, ἀλλά νά υἱοθετοῦνται ἀπό τούς πιστούς ὡς ὁδοδεῖκτες τῆς πορείας τους πρός τήν τελειότητα. Οἱ ἱεροί κανόνες ἀποκαλύπτουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καί τήν διαχρονικότητα τοῦ κύρους τους. Εἶναι ἡ ἄσβεστες λυχνίες τῆς κανονικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας.

     Ἀξίζει νά παραθέσουμε καί τήν γνώμη τοῦ ἐγκρίτου κανονολόγου τῶν νεωτέρων χρόνων τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τί λέγει γιά τούς ἱερούς κανόνες: 

«– Πάτερ, ἀπολυτοποιεῖτε τούς ἱερούς Κανόνες!

– Μπορῶ, παιδί μου νά μήν τούς ἀπολυτοποιῶ, ἀφοῦ εἶναι καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Στόν α΄ Κανόνα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρεται ὁλοκάθαρα ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες, ὅπως καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, «ἐξ ἑνός ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τά συμφέροντα». Ποιός εἶμαι, λοιπόν, ἐγώ νά τούς σχετικοποιῶ;

*

– Πάτερ, μέ τήν προσκόλλησή σας στούς ἱερούς κανόνες καταντᾶτε νομικιστής!

– Ὄχι, παιδί μου! Σέ μιά ἐποχή ὅμως, ὅπου πολλοί ἐφευρίσκουν διάφορες προφάσεις γιά νὰ πετάξουν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων τούς καρπούς αὐτούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγώ ἐπιμένω νά στέκομαι μέ ἀπόλυτο σεβασμό μπροστά σ’ Αὐτὸ καί τούς θεοφόρους Πατέρες πού θεσμοθέτησαν τά κελεύσματά Του. Μ’ αὐτή τήν ἔννοια, ἄν θέλεις, εἶμαι νομικιστής!

*

– Πάτερ, εἶναι γνωστό ὅτι εἶστε αὐστηρά προσηλωμένος στήν πιστή τήρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων γιά τήν ἐπίλυση ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων καί μ’ αὐτό τό πνεῦμα γράφετε τα κείμενά σας. Μήπως ἔχετε μετανοιώσει ποτέ γιά τίς θέσεις τίς ὁποῖες πήρατε, βλέποντας τίς μετέπειτα ἐξελίξεις τῶν πραγμάτων;

– Ὄχι, καλό μου παιδί. Οὔτε κατά διάνοιαν! Καί τώρα νά ἔγραφα γιά τά ἴδια θέματα, τά ἴδια πράγματα θά ἔγραφα καί τήν ἴδια στάση θά τηροῦσα. Ποτέ στή ζωή μου δέν μετάνοιωσα, ἐπειδή πῆρα τή θέση τήν ὁποία ὑπαγόρευαν οἱ ἱεροί Κανόνες. Γιά πολλά ἄλλα μετανοιώνουμε ὅλοι πικρά. Γιά τήν τήρηση τῶν Κανόνων, ὄχι!».

(Ἀπό τό βιβλίο: Ὑποθήκες ζωῆς, Ἐκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, 2000, σελ. 48-49.)

 

*

 

     Παραθέτουμε στή συνέχεια μερικούς μόνον ἱερούς κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται σέ ζητήματα σχέσιν ἔχοντα μέ τόν Ἐπίσκοπο, τόν ἱερέα, τόν μοναχό, τόν ψάλτη, τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὅλη εὐταξία τῶν Ἀκολουθιῶν, τούς πιστούς χριστιανούς. Αὐτούς τούς βασικούς κανόνες ὀφείλουμε νά τούς γνωρίζουμε ἀλλά καί νά τούς ἐφαρμόζουμε στήν πράξη. Ἡ ἀναφορά τους γίνεται ἀπό τήν ἀπόδοση στή νεοελληνική τοῦ σχετικοῦ τόμου τοῦ καθηγητοῦ Προδρόμου Ἀκανθοπούλου.

Ἀποστολικοί κανόνες: «Ὁ Ἐπίσκοπος νά χειροτονεῖται ἀπό δύο ἤ τρεῖς Ἐπισκόπους» (1ος καν.)

                   «Ὁ πρεσβύτερος νά χειροτονεῖται ἀπό ἕναν Ἐπίσκοπο˙ τό ἴδιο καί ὁ διάκονος» (2ος καν.).

                   «Ὅλοι οἱ πιστοί πού προσέρχονται στήν ἐκκλησία ὅταν τελεῖται ἡ Θ. Λειτουργία...ἀλλά δέν παραμένουν τήν ὥρα τῆς προσευχῆς καί τῆς ἁγίας μετάληψης πρέπει νά ἀφορίζονται γιατί δημιουργοῦν ἀταξία στό ἐκκλησίασμα» (9ος καν.).

                  «Προστάζουμε νά καθαιρεῖται ὁ Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ ὁ διάκονος ὁ ὁποῖος χτυπάει  πιστούς...» (27ος καν.).

                   «Ἄν κάποιος κληρικός βρίσει τόν Ἐπίσκοπό του νά καθαιρεῖται...» (55ος καν.).

                  «Ἄν κάποιος κληρικός κοροϊδέψει κουτσό ἤ κουφό ἤ τυφλό ἤ τραυματισμένο στά πόδια νά ἀφορίζεται. Τό ἴδιο καί ὁ λαϊκός» (57ος καν.).

                  «Ὁ Ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος πού παραμελεῖ τόν κλῆρο ἤ τόν λαό καί δέν τούς διδάσκει τήν εὐσέβεια νά ἀφορίζεται˙ κι ἄν ἐπιμένει στήν ἀμέλεια καί τήν ραθυμία νά καθαιρεῖται» (58ος καν.).

                  «Ἄν κάποιος κληρικός βρεθεῖ νά νηστεύει τή μέρα τῆς Κυριακῆς ἤ τό Σάββατο ἐκτός ἀπό τό ἕνα μόνο νά καθαιρεῖται κι ἄν εἶναι λαϊκός νά ἀφορίζεται» (64ος καν.).

                   «Ἄν κάποιος Ἐπίσκοπος ἡ πρεσβύτερος ἤ διάκονος ἤ ὑποδιάκονος ἤ ἀναγνώστης ἤ ψάλτης δέ νηστεύει τήν Ἁγία Σαρακοστή τοῦ Πάσχα, ἤ Τετάρτη ἤ Παρασκευή, νά καθαιρεῖται˙ ἐκτός ἄν ἐμποδίζεται ἐξαιτίας σωματικῆς ἀρρώστιας  κι ἄν εἶναι λαϊκός νά ἀφορίζεται» (69ος καν.).

                   «Σκεῦος χρυσό ἤ ἀργυρό ἁγιασμένο ἤ ἄμφιο κανείς νά μήν οἰκειοποιεῖται γιά δική του χρήση...» (73ος  καν.).

Τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἐν Χαλκηδόνι 451 μ.Χ.).

«Αὐτοί πού ἀληθινά καί μέ εἰλικρίνεια ἀκολουθοῦν τό μοναστικό βίο νά θεωροῦνται ἄξιοι τῆς τιμῆς πού τούς ἁρμόζει...κανένας πουθενά νά μή χτίζει οὔτε νά ἱδρύει μοναστήρι χωρίς τή γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου καί ὅσοι σέ κάθε πόλη καί χωριό εἶναι μοναχοί νά ὑποτάσσονται στόν Ἐπίσκοπο καί νά ἀσπάζονται τήν ἡσυχία καί νά προσέχουν μόνο στή νηστεία καί στήν προσευχή μένοντας καρτερικά στούς τόπους πού τάχθηκαν ὡς μοναχοί...» (4ος καν.).

«Κανένας νά μή χειροτονεῖται ἀόριστα, οὔτε πρεσβύτερος οὔτε διάκονος...παρά μόνο ἄν χειροτονεῖται εἰδικά σέ ἐκκλησία πόλης ἤ χωριοῦ ἤ σέ ἐκκλησία στό ὄνομα μάρτυρα ἤ σέ μοναστήρι. Καί ὅσοι χειροτονοῦνται ἀόριστα ἡ ἁγία Σύνοδος ὅρισε νά ἔχουν τήν χειροτονία αὐτήν ἄκυρη καί πουθενά νά μήν μποροῦν νά ἐνεργοῦν τά τῆς ἱερωσύνης γιά νά ἀτιμάζεται αὐτός πού τούς χειροτόνησε» (6ος καν.).

«Τά μοναστήρια πού καθιερώθησαν μιά γιά πάντα σύμφωνα μέ τή γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου νά μένουν γιά πάντα μοναστήρια καί νά φυλάγωνται τά πράγματά πού τούς ἀνήκουν καί νά μή γίνονται πιά αὐτά κοσμικά καταγώγια» (24ος καν.).

Τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Κων/λις, 691 μ.Χ.).

«Κανένας ἀπό τούς Ἐπισκόπους ἢ πρεσβυτέρους ἤ διακόνους νά μή μεταδίδει τήν ἄχραντη θεία Κοινωνία εἰσπράττοντας ἀπ' αὐτόν πού συμμετέχει σέ μία τέτοια μετάληψη χρήματα ἤ ὁποιοδήποτε εἶδος. Γιατί ἡ χάρη δέν πουλιέται οὔτε καί μεταδίδουμε τόν ἁγιασμό τοῦ Πνεύματος μέ χρήματα» (23ος καν.).

«Κανένας ἀπ' αὐτούς πού συγκαταλέγονται στόν κλῆρο νά μή φοράει ἔνδυμα ἀνάρμοστο οὔτε ὅταν βρίσκεται σέ πόλη οὔτε ὅταν βαδίζει στό δρόμο, ἀλλά νά χρησιμοποιεῖ τίς στολές πού ἔχουν ἤδη καθιερωθεῖ γι' αὐτούς πού συγκαταλέγονται στόν κλῆρο     κι ἄν κάποιος κάνει κάτι τέτοιο νά ἀφορίζεται γιά μία ἑβδομάδα» (27ος καν.).

«Ἐπιτρέπεται σέ Χριστιανό νά διαλέγει τόν ἀσκητικό βίο καί ἀποποιούμενος τήν πολυτάραχη ζάλη τῶν βιοτικῶν ὑποθέσεων νά εἰσέρχεται σέ μοναστήρι καί νά κουρευτεῖ σύμφωνα μέ τό μοναχικό σχῆμα, ἀκόμη κι ἄν συλληφθεῖ νά ἔχει κάνει ὁποιοδήποτε παράπτωμα. Γιατί ὁ Θεός ὁ Σωτῆρας μας εἶπε: «αὐτόν πού θά' ρθεῖ κοντά μου, ἐγώ δέ θά τόν ἀποδιώξω». Ἐπειδή λοιπόν ὁ μοναχικός βίος παριστάνει γιά ἐμᾶς τή ζωή τῆς μετανοίας, ὅποιος ἀληθινά προστίθεται σ' αὐτόν τόν συγχαίρουμε˙ καί καμιά αἰτία δέ θά τόν ἐμποδίσει αὐτόν στήν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ του» (43ος καν.).

«Ἀνανεώνοντας καί αὐτόν τόν ἱερό κανόνα ὁρίζουμε ὥστε τά μοναστήρια πού καθιερώθηκαν μιά γιά πάντα σύμφωνα μέ τή γνώμη τοῦ ἐπισκόπου νά μένουν γιά πάντα μοναστήρια καί νά φυλάγονται τά πράγματα πού τούς ἀνήκουν γιά τό μοναστήρι καί νά μήν εἶναι δυνατό πιά νά γίνονται αὐτά κοσμικά καταγώγια˙ ὁρίζουμε ἀκόμη νά μή δίνονται αὐτά σέ κοσμικούς ἀπό κανέναν καί, ἄν ὡς τώρα ἔχει γίνει αὐτό, νά μή συνεχιστεῖ μέ κανέναν τρόπο. Καί ὅσοι ἀπό τώρα καί στό ἐξῆς ἐπιχειροῦν νά τό κάνουν αὐτό, νά ὑπόκεινται στά «ἐπιτίμια» τῶν κανόνων» (49ος καν.).

«Ὅλες τίς μέρες τῶν νηστειῶν τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς ἐκτός ἀπό τό Σάββατο καί τήν Κυριακή καί τήν ἁγία μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ νά γίνεται ἡ ἱερή λειτουργία τῶν Προηγιασμένων» (52ος καν.).

«Νά μήν ἐπιτρέπεται σέ κανέναν ἀπό ὅλους τούς λαϊκούς νά μπεῖ στό ἱερό θυσιαστήριο...»(69ος  καν.).

Κανόνες τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου (314 μ.Χ.).

«Σχετικά μέ ὅσους διαρπάζουν τήν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας ὅσα πούλησαν οἱ πρεσβύτεροι χωρίς νά εἶναι παρών ὁ Ἐπίσκοπος, νά τά ἀνακαλεῖ ἡ Ἐκκλησία» (15ος καν.).

Κανόνες τῆς ἐν Νεοκαισάρειᾳ Συνόδου (314 μ.Χ.).

«Νά μή χειροτονεῖται κάποιος πρεσβύτερος πρίν νά γίνει τριάντα χρονῶν, ἀκόμη κι ἄν εἶναι πολύ ἄξιος ἀλλά νά περιμένει» (11ος καν.).

Κανόνες τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου (340 μ.Χ.).

«Ἄν κάποιος μέμφεται τόν γάμο καί ἀποστρέφεται ἤ ψέγει τήν γυναῖκα πού κοιμᾶται μέ τόν ἄνδρα της καί εἶναι πιστή καί εὐσεβής γιατί τάχα δέν μπορεῖ νά μπεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, νά ἀναθεματίζεται»(1ος καν.).

«Ἄν κάποιος ἀπ' αὐτούς πού μένουν παρθένοι γιά χάρη τοῦ Κυρίου περηφανεύεται σέ βάρος τῶν παντρεμένων, νά ἀναθεματίζεται» (10ος καν.).

«Ἄν κάποια γυναῖκα ἐγκαταλείπει τόν ἄνδρα της καί θέλει νά ἀναχωρήσει ἐπειδή ἀποστρέφεται τόν γάμο, νά ἀναθεματίζεται» (14ος καν.).

«Ἄν κάποιος νηστεύει τήν Κυριακή ἀπό φαινομενική ἄσκηση, νά ἀναθεματίζεται» (18ος καν.).

Κανόνες τῆς Ἀντιοχείας (341 μ.Χ.).

«Ἄν κάποιος πρεσβύτερος ἤ διάκονος περιφρόνησε τόν ἐπίσκοπό του καί ἀποχωρίστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία καί συνάθροισε τούς πιστούς ἰδιαίτερα καί οἰκοδόμησε θυσιαστήριο καί ἐνῶ τόν κάλεσε ὁ ἐπίσκοπος δέν πειθαρχεῖ καί δέν θέλει νά δεχθεῖ τήν γνώμη του οὔτε νά τόν ὑπακούει ἄν καί τόν καλεῖ καί μιά καί δυό φορές, αὐτός νά καθαιρεῖται ὁλότελα καί νά μένει ἀθεράπευτος καί νά μήν μπορεῖ νά πάρει τό ἀξίωμά του...» (5ος καν.).

Κανόνες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (360 μ.Χ.).

«Σχετικά μ' αὐτόν πού πρόσφατα βαπτίστηκε, αὐτός δέν πρέπει νά προβιβάζεται στήν ἱερατική τάξη» (1ος καν.).

«Δέν πρέπει ὁ διάκονος νά κάθεται πιό μπροστά ἀπό τόν πρεσβύτερο ἀλλά νά κάθεται ἀφοῦ τόν προτρέψει ὁ πρεσβύτερος» (20ος καν.).

«Δέν πρέπει νά συμπροσευχόμαστε μέ αἱρετικούς ἤ σχισματικούς» (33ος καν.).

«Οἱ ἱερωμένοι ἤ οἱ κληρικοί δέν πρέπει νά εἶναι μάγοι ἤ γητευτές...» (36ος καν.).

«Οἱ Ἐπίσκοποι δέν πρέπει νά περιφρονοῦν τήν Σύνοδο...» (40ος καν.).

«Ὁ ἱερωμένος ἤ ὁ κληρικός δέν πρέπει νά ταξιδεύει χωρίς τήν ἄδεια τοῦ Ἐπισκόπου» (41ος καν.).

«Οἱ γυναῖκες δέν πρέπει νά μπαίνουν στό ἅγιο Βῆμα» (44ος καν.).

«Ὅσοι βαπτίζονται πρέπει ὕστερα ἀπό τό βάπτισμα νά χρίονται μέ ἅγιο μύρο γιά νά γίνονται μέτοχοι τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ» (48ος καν.).

«Μέσα στή σαρακοστή δέν πρέπει νά γίνονται γάμοι...» (52ος καν.).

«Ἰδιωτικοί ψαλμοί δέν πρέπει νά λέγονται στήν Ἐκκλησία οὔτε νά διαβάζονται ἀκανόνιστα βιβλία, ἀλλά μόνο τά κανονικά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης» (59ος καν.).

Κανόνες τοῦ Μεγ. Βασιλείου (†379 μ. Χ.).

«...Ἄλλες ἀποκλίσεις τίς ὀνόμασαν αἱρέσεις, ἄλλες σχίσματα καί ἄλλες παρασυναγωγές˙ αἱρέσεις ὀνόμασαν αὐτούς πού εἶχαν ἀποσχιστεῖ τελείως καί εἶχαν ἀποξενωθεῖ ἀπό τήν ἴδια τήν πίστη, ἐνῶ σχίσματα αὐτούς πού φιλονίκησαν μεταξύ τους γιά κάποιες αἰτίες ἐκκλησιαστικές καί γιά ζητήματα πού μποροῦν νά διευθετηθοῦν καί παρασυναγωγές τίς συγκεντρώσεις πού ἔκαναν ἀνυπότακτοι πρεσβύτεροι ἤ ἐπίσκοποι καί ἀγράμματοι ἄνθρωποι» (1ος καν.).

     Ὀφείλουμε νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὅταν οἱ ἱεροί κανόνες ὁρίζουν «ἀφοριζέσθω», αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ παραβάτης δέν εἶναι ἀφορισμένος ἀλλά τό ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικό ὄργανο πρέπει νά ἔλθει νά ἐπιβάλλει τό ἐπιτίμιο, ἄλλως ὁ κανόνας παραμένει ἀνενέργητος. Ἀφοριζέσθω δηλώνει νά ἀφορίζεται. Ἔπειτα τό «ἀφοριζέσθω» δέν σημαίνει διακοπή, χωρισμό καί ἀπομάκρυνση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Κυρίως ἀφορισμός σημαίνει ἀποχή (μή προσέλευση) ἀπό τήν Θ. Κοινωνία γιά ὁρισμένο χρονικό διάστημα. Πρόκειται γιά τόν λεγόμενο μικρό ἀφορισμό. Ὑπάρχει βέβαια πάντα ἡ δυνατότητα ἐφ ὅσον ὁ ἁμαρτήσας εἰλικρινῶς μετανοήσει καί ἐξομολογηθεῖ νά ἀρθεῖ ὁ ἀφορισμός αὐτός. Ὑπάρχει καί ὁ μεγάλος ἀφορισμός ἄλλως τό ἀνάθεμα, πού εἶναι ἡ παντελής ἀποκοπή τοῦ παραβάτου ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ ἀπόφαση βέβαια τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἤ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου.

     Ἐπίσης ἄξιον προσοχῆς εἶναι ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες εὑρίσκονται κυρίως σέ δύο βασικά ἔργα, ἤτοι: «Πηδάλιον», (Τῶν Ἀγαπίου ἱερομονάχου καί Νικοδήμου μοναχοῦ) τῆς νοητῆς νηός τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἤτοι ἅπαντες οἱ ἱεροί καί θεῖοι κανόνες. Ἔκδ. «Ἀστήρ» (Ἀθήνα) Ρηγόπουλου (Θεσσαλονίκη) καί Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ «Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων τῶν τε Ἁγίων καί Πανευφήμων Ἀποστόλων καί τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικών καί Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν κατά μέρος Ἁγίων Πατέρων, τόμ. Α'-ΣΤ', Ἀθήνησι 1852-1859». (Ἀνατύπωση ἔκδ. Γρηγόρη).

     Πρέπει νά γίνει διευκρίνηση ὅτι τό «Πηδάλιον» περιλαμβάνει κατ' ἀρχήν συλλογή τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί κάτωθεν τοῦ κειμένου αὐτῶν, ὑπάρχει ἑρμηνεία καί ἄλλες διάφορες σημειώσεις καί ὑποσημειώσεις. Συνεπῶς κανόνες εἶναι μόνον ἡ συλλογή αὐτῶν, ὅπως τούς ἔχει ἐπικυρώσει καί ὁ 2ος κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τά ἄλλα εἶναι χρήσιμα βοηθήματα κατανοήσεως τῶν κανόνων, ἀλλά δέν εἶναι ἱεροί κανόνες.

     Ἡ Ἐκκλησία ἤξερε γιατί ἔθεσε τούς Ἱερούς Κανόνες γι' αὐτό καί ἐμεῖς ὅλοι νά τούς ὑπολογίζουμε καί νά τούς ἐφαρμόζουμε. Εἶναι γιά τήν εὐταξία τῆς λατρείας στούς ναούς μας. «Πάντα εὐσχημόνως καί κατά τάξιν γινέσθω» (Α' Κορ. 14,40).


Εκτύπωση   Email