Ο ΓΑΜΟΣ

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

 

     Γάμος ὁρίζεται ὡς τό ἱερό ἐκεῖνο Μυστήριον κατά τό ὁποῖον διά τῆς εὐλογίας τῆς Ἐκκλησίας παρέχεται στούς ἐλευθέρως συζευγνυμένους ἡ θεία χάρις, ἡ ἁγιάζουσα τήν ἕνωσιν αὐτῶν ἀλλά καί ἐνισχύουσα αὐτούς πρός ἐπιτέλεσιν τῶν σκοπῶν τοῦ γάμου. Γιά τήν Ἐκκλησία, ὁ γάμος δέν εἶναι ἁπλῶς μία σύμβαση, μία νομικοῦ τύπου δικαιοπραξία. Εἶναι Ἱερό Μυστήριο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μέ ἐγγυητή τό Θεό, ἡ «κοινωνία τοῦ γάμου» θά «μεταμορφώσει» τούς δύο αὐτούς ἀνθρώπους, ἄνδρα καί γυναῖκα σέ μία ἑνότητα, πού ἐκδηλώνεται μέ τό «ἔσονται δέ οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». Ἡ ἑνότητα αὐτή ἔχει ὡς πρότυπο τήν ἑνότητα Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί τό Μυστήριο τοῦ Γάμου ἀποκαλεῖται «μέγα» (Ἐφεσ. 5,32). Ὁ ἄνθρωπος παύει νά ζεῖ ἐγωϊστικά, ὑπερβαίνει τή διαίρεση καί ἐπανευρίσκει τόν ἑαυτό του μέσα στήν ἑνότητα καί ἀγάπη τοῦ γάμου. Ὁ Θεός εἶναι τελικά Ἐκεῖνος πού ἑνώνει τόν ἄνδρα καί τή γυναῖκα μέ ἀπώτερο σκοπό τή θέωση.

     Ὁ πλέον δέ, ἐπιγραμματικός ὁρισμός τοῦ γάμου ἔχει διατυπωθεῖ ἀπό τόν σπουδαῖο ρωμαῖο νομικό τόν Μοδεστῖνο (3ος αἰ. μ.Χ.) ὁ ὁποῖος γράφει: «Γάμος ἐστιν ἀνδρός καί γυναικός συνάφεια, συμπλήρωσις τοῦ βίου παντός, θείου τε καί ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνία». ΄΄Nuptiae sunt conjunctio maris et feminae consortium omni vitae, divini et humani juris communicatio΄΄(Modestin, lib. I. Reg.1.1 Digest de ritu nupt 23,2).

Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ πολιτικός γάμος εἶναι ὁ γάμος, ὁ ὁποῖος τελεῖται ἄνευ ἱερολογίας, χωρίς ἀπολύτως καμμία θρησκευτική ἀκολουθία, δι' ἁπλῆς δηλώσεως τῶν ἐπιθυμούντων νά ἔλθουν εἰς γάμον ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου πολιτειακοῦ ὀργάνου. Ἐξ' ἐπόψεως Ἐκκλησίας εἶναι σημεῖο ἐκπτώσεως ἀπό τή μυστηριακή χάρη. Τοῦτο ἰσχύει καί γιά ἄλλες νομικῆς φύσεως «μορφές» γάμου, ἄλλου τύπου, ὅπως π.χ. σύμφωνο συμβίωσης.

*

     Λόγῳ τῆς σοβαρότητας τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Μυστηρίου ὑπάρχουν ὁρισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή κανόνες ἀπό τήν Ἐκκλησία, καί νόμους ἀπό τήν πολιτειακή νομοθεσία, προκειμένου νά τελεσθεῖ ἕνας γάμος.

Ἀναφέρουμε μερικές προϋποθέσεις:

α) Τά πρόσωπα πού ἔρχονται εἰς γάμου κοινωνία πρέπει νά εἶναι δύο πρόσωπα διαφορετικοῦ φύλου (ἄνδρας καί γυναῖκα). Ἡ Ἐκκλησία δέν δέχεται τό γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων.

β) Νά ὑπάρχει αὐτοπρόσωπη καί ἑκούσια συναίνεση τῶν συζευγνυμένων γιά τή σύναψη τοῦ γάμου.

γ) Νά ἔχει ἐκδοθεῖ νόμιμη ἐπισκοπική ἔγγραφη ἄδεια τελέσεως τοῦ γάμου.

δ) Νά ἔχει γίνει δημόσια γνωστοποίηση (συνήθως διά τοῦ τύπου).

ε) Νά μήν ὑπάρχει κώλυμα ἕνεκα συγγενείας, εἴτε ἐξ' αἵματος, εἴτε ἐξ' ἀγχιστείας, εἴτε ἐξ' υἱοθεσίας, εἴτε ἐκ πνευματικῆς συγγενείας.

στ) Νά μήν ὑπάρχει ὑφιστάμενος νόμιμος πρῶτος ἤ δεύτερος γάμος.

ζ) Νά μήν ὑπάρχει ἐπίσης τό κώλυμα τῆς ἑτεροθρησκείας. Ἄλλο εἶναι τό ζήτημα τῶν λεγομένων «μεικτῶν γάμων», δηλ. γάμος μέ ἑτερόδοξο.

     Τό σημαντικότερο καί οὐσιαστικότερο βέβαια γιά τήν σύναψη τοῦ γάμου εἶναι ἡ πνευματική προετοιμασία τῶν δύο προσώπων, προετοιμασία χριστιανική, (Ἐξομολόγηση – Θ. Κοινωνία), γιά τήν σύσταση αὐτῆς τῆς κοινωνίας ἀγάπης καί ἀλληλοβοήθειας καί συμβίωσης κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη.

     Ἀπό ἄποψη θεολογική στό Παράδεισο, ἐκεῖ στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἐτελέσθη ὁ «πρῶτος γάμος» καί εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεόν. Ὅταν ὁ Θεός εἶπε: «Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ' αὐτόν» (Γεν. β',18) καί ἔπλασε ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ τήν πρώτη γυναῖκα, τήν Εὔα «ἤγαγεν αὐτήν (ὁ Θεός) πρός τόν Ἀδάμ», ὡς νυμφαγωγός καί δημιουργός τοῦ πρώτου ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ Θεός, λοιπόν, εὐλόγησε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, ἄνδρα καί γυναῖκα λέγοντάς τους: «Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν» (Γεν. α',28). Αὐτή ἡ εὐλογία εἶναι ἡ πρώτη τέλεση γάμου.

     Ἔπειτα ὁ Χριστός μέ τήν παρουσία Του στόν γάμο τῆς Κανᾶ ἔρχεται καί εὐδοκεῖ, τιμᾶ καί εὐλογεῖ τόν γάμο. Τότε ἐκεῖ πραγματοποίησε καί τό πρῶτο θαῦμα Του προσφέροντας τήν εὐφροσύνη στή γαμήλια τελετή.

     Ὁ Ἀπ. Παῦλος βέβαια πολύ διεξοδικά θά γράψει γιά τήν σοβαρότητα καί ἱερότητα τοῦ γάμου. Δέν εἶναι ὁ γάμος παίγνιον, πράξη κουφότητος, τυχαῖο γεγονός, τυπική τελετή κοινωνικῆς ἁβρότητος. Εἶναι ἀνύψωση τῆς φυσικῆς συζεύξεως σέ ἱερότητα ἰσοβίου δεσμοῦ. Ὁ γάμος εἶναι τύπος, θά μᾶς πεῖ ὁ μέγας Ἀπόστολος, τῆς μυστικῆς ἑνώσεως τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ μέ τήν Νύμφην Του Ἐκκλησίαν. «Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστιν, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. ε',32).

     Ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος θά γράψει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται ὁ γάμος νά εἶναι «κατά Κύριον καί μή κατ' ἐπιθυμίαν, καί νά γίνεται μετά γνώμης τοῦ ἐπισκόπου». (ΒΕΠΕΣ 2, 284). Ὁ Τερτυλλιανός βεβαιώνει ὅτι οἱ λαθραῖες καί κρυφές συνενώσεις πού δέν γνωστοποιοῦνται προηγουμένως στήν Ἐκκλησία, κινδυνεύουν νά λογίζονται ὡς μοιχεία καί πορνεία. Ὁ Μ. Βασίλειος ἀποκαλεῖ τόν γάμο «διά τῆς εὐλογίας ζυγόν» (PG 29,160) καί ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι πάντοτε ζητοῦσαν τήν γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου, οἱ χριστιανοί, καί προσκαλοῦσαν τούς ἱερεῖς ὥστε νά συντελεστεῖ ἡ σύζευξη, «δι' εὐχῶν καί εὐλογιῶν ἡ ὁμόνοια τοῦ συνοικεσίου» (PG 54,443). Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς δίνει τήν πληροφορία ὅτι στούς γάμους τῆς συγγενοῦς του Ὀλυμπιάδος ἦσαν παρόντες Ἐπίσκοποι. Ἡ ἱερολογία συνεπῶς ὑπῆρχε ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες καί μάλιστα τότε ὁ γάμος ἦταν ἐνσωματωμένος στή θεία Λειτουργία. Ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία, μέ τήν αὔξηση τῶν πιστῶν, συστηματοποίησε τήν ὅλη τελετουργία τοῦ γάμου. Ἔτσι, αἰσθητά σημεῖα τῆς ὅλης τελετουργίας εἶναι ἡ ἐλεύθερη παρουσία καί συγκατάθεση τῶν συζευγνυμένων, καί ἡ εὐλογία τοῦ τελετουργοῦ ἱερέως. Ἐδῶ στόν γάμο τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό μυστήριο ἐπιτελεῖται διά τῆς εὐλογίας τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος παρέχει τήν χάριν καί δέν εἶναι οἱ συζευγνύμενοι οἱ τελοῦντες τό μυστήριον, ὅπως στούς ῥωμαιοκαθολικούς.

*

     Ἡ ἱερολογία τοῦ γάμου εἶναι συστατικό στοιχεῖο τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. Ἡ ὅλη τελετουργία περιλαμβάνει τήν Ἀκολουθία «ἐπί μνήστροις», ἤτοι τοῦ Ἀρραβῶνος καί τήν Ἀκολουθία τοῦ στεφανώματος, ἤτοι τοῦ γάμου. Νά σημειωθεῖ ὅτι ὑπάρχει πέρα ἀπό τήν ἱερολογία τοῦ πρώτου γάμου καί ἡ Ἀκολουθία εἰς δίγαμον καί τρίγαμον ὡς καί ἡ Ἀκολουθία ἐπί ἐπανασυστάσει γάμου διαζευχθέντων. Ὅλα αὐτά τά τελευταῖα τά ἔχει ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία «κατ' ἐκκλησιαστικήν οἰκονομίαν», διά «τό ἀσθενές τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», καί γίνονται κατά συγχώρησιν τῆς Ἐκκλησίας. Εἰδικά σ' αὐτούς τούς γάμους δέν ἐπιτρέπεται νά παραστεῖ Ἀρχιερεύς. Νά σημειωθεῖ, τέλος, ὅτι τόν τέταρτο γάμο δέν τόν ἐπιτρέπει ἡ Ἐκκλησία, «χοιρώδης καί κάκιστος ἐστί» κατά τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον.

     Ἡ Ἀκολουθία τοῦ ἀρραβῶνος περιλαμβάνει εὐχές μέ τήν κεντρική εὐχή ἡ ὁποία ἀναφέρεται στήν εὐλογία τῶν μνήστρων μετά τήν ὁποία ὁ ἱερεύς «λαβών τούς δακτυλίους», ἀφοῦ κάνει τό σχῆμα τοῦ σταυροῦ στίς κεφαλές τοῦ ἀνδρός καί τῆς γυναικός καί ἐκφωνήσει τό: «ἀρραβωνίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὁ δεῖνα) τήν δούλη τοῦ Θεοῦ (τήν δεῖνα)» καί ἀντίστοιχα, τρεῖς φορές, τότε θέτει τούς δακτυλίους στό δεξιό δάκτυλο καί συγκεκριμένα στόν παράμεσο. Εὐθύς ἀμέσως ὁ παράνυμφος (δηλ. ὁ κουμπάρος) ἀλλάσσει τρεῖς φορές τά δακτυλίδια στό χέρι τοῦ καθενός. Ἡ δέ τρίτη εὐχὴ περιέχει εὐλογία τοῦ ἀρραβῶνος, στήριξη αὐτοῦ «ἐν πίστει καί ὁμονοίᾳ καί ἀληθείᾳ καί ἀγάπῃ» καί τέλος ὁλοκληρωτική εὐλογία τοῦ δακτυλοθεσίου αὐτοῦ.

     Τά δακτυλίδια τῶν μελλονύμφων, τά ὁποῖα ὅπως εἴπαμε εὐλογοῦνται ἀπό τόν ἱερέα καί φοροῦνται στή συνέχεια στά δάκτυλά τους σημαίνουν, ὡς ἄλλη σφραγῖδα, τήν παράδοση τοῦ ἑνός μέλλοντος συζύγου στόν ἄλλο καί συνάμα δηλώνουν τίς ἀμοιβαῖες ὑποχρεώσεις τους. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μητροφάνης Κριτόπουλος ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἡ μέν τῶν δακτυλίων περίθεσις δηλοῖ ἑκάτερον ἑκατέρῳ ἑαυτόν ἐγχειρίζειν (παραδίδεται, δηλαδή, ὁ ἕνας στόν ἄλλον), καί μηδέτερον(=κανένας του) τοῦ λοιποῦ ἐξουσιάζειν ἑαυτοῦ, ἀλλ' ἕτερον ἑτέρου κατά τήν ἀποστολικήν φωνήν, φάσκουσαν «ἡ γυνή τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ' ὁ ἀνήρ˙ ὁμοίως δέ καί ὁ ἀνήρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ' ἡ γυνή» (Α' Κορ. 7,4) (Ὁμολογία Πίστεως σελ. 542).

     Στή συνέχεια ἡ Ἀκολουθία τοῦ γάμου ἀρχίζει μέ τό: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός...» ὑψώνοντας ὁ ἱερεύς τό Ἱ. Εὐαγγέλιο κατά ἀνατολάς ὡς συνήθως ἀκριβῶς διότι ἄρχεται τό Μυστήριον. Μετά τήν Συναπτήν, ἔχουμε τρεῖς σπουδαιότατες εὐχές ὡς πρός τό περιεχόμενό τους, οἱ ὁποῖες ὁμιλοῦν γιά τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ πρός τούς μελλονύμφους. Στήν τρίτη ἔχουμε τήν σημαντική καί οὐσιαστική φράση: «Αὐτός καί νῦν Δέσποτα, ἐξαπόστειλον τήν χεῖρα σου ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου καί ἅρμοσον τόν δοῦλον σου (τόνδε) καί τήν δούλην σου (τήνδε) ὅτι παρά σοῦ ἁρμόζεται ἀνδρί γυνή. Σύζευξον αὐτούς ἐν ὁμοφροσύνῃ˙ στεφάνωσον αὐτούς εἰς σάρκα μίαν˙ χάρισαι αὐτοῖς καρπόν κοιλίας, εὐτεκνίας ἀπόλαυσιν». Ὅταν δέ ὁ ἱερεύς λέγει τό: «Καί ἅρμοσον τόν δοῦλον σου (τόνδε) καί τήν δούλην σου (τήνδε)» τότε ἁρμόζει, ἑνώνει τρόπον τινά τάς δεξιάς τῶν νυμφευομένων καί εὐλογεῖ τήν ἅρμοσι αὐτή. Πρόκειται γιά μία πολύ οὐσιαστική καί σημαντική κίνηση καί στιγμή συγκινητική. Ἡ κίνηση αὐτή θεωρεῖται ὡς βασική μυστηριακή στιγμή εὐλογίας ἀπό τό Θεό τῆς σχέσεως τῶν ἐρχομένων εἰς γάμου κοινωνίαν καί συμβολίζει τρόπον τινά τή θεία κίνηση στόν Παράδεισο ὅπου ὁ Δημιουργός καί Πλάστης ὁ Θεός ὑπῆρξε ὁ Νυμφαγωγός τοῦ πρώτου ζεύγους ὅταν παρέδωκε στόν ἄνδρα, τόν Ἀδάμ, τή γυναῖκα του, τήν Εὔα, ὅπως ἀνωτέρω ἀναφέραμε. Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσσαλονίκης θεωρεῖ τήν εἰδική εὐχή τῆς ἁρμόσεως ὡς μία δέηση πρός τόν Ὕψιστον καί γράφει σχετικά ὅτι: «πρός τόν Θεόν τόν Ἅγιον... τόν ἀσώματόν τε καί καθαρόν, τόν πλάσαντα τόν ἄνθρωπο καί ἐξ αὐτοῦ τήν γυναῖκα ὡς βοηθόν, αὐτόν ἐξαποστεῖλαι ἄνωθεν τήν χεῖρα αὐτοῦ, καί ἁρμόσαι τούτους ἀλλήλοις. Καί πάλιν συνάπτει τούτων τά χεῖρας, τό τέλειον δηλῶν τῆς ἑνώσεως» (Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τοῦ τιμίου νομίμου γάμου, PG 155,509 BC).  

     Ἀκολουθεῖ ἡ στέψις, κεντρικότατο σημεῖο τοῦ ὅλου Μυστηρίου. Στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους τά στέφανα ἦσαν κοινά. Δηλαδή τά κρατοῦσε καί τά φύλαγε ἡ Ἐκκλησία. Μετά τόν γάμο οἱ νεόνυμφοι τά ἔπαιρναν μαζί τους καί τά κρατοῦσαν στόν οἶκο τους ἐπί ὀκταήμερον καί κατόπιν τά ἐπέστρεφαν στό Ναό ἀφοῦ ὁ ἱερεύς τούς διάβαζε εἰδικές εὐχές.

     Ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα τῆς στέψεως ὁ ἱερεύς κάμνει τό σχῆμα τοῦ σταυροῦ ἐπί τῶν κεφαλῶν τῶν νεονύμφων (στό μέτωπο) μέ τά στεφάνια λέγοντας τό: «Στέφεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὁ δεῖνα) τήν δούλη τοῦ Θεοῦ (τήν δεῖνα)» καί ἀντίστοιχα καί αὐτή ἡ κίνηση γίνεται τρεῖς φορές, (δηλ. ἕξι), γαμπροῦ καί νύφης, ἐνῶ συγχρόνως ψάλλεται ὁ ὡραῖος καί συμβολικός ὕμνος: «Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξῃ καί τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς». Εἶναι ὁ Θεός πού τούς στεφανώνει. Ἐπίσημη, δημόσια καί ἱερή στιγμή. Ἀφοῦ ὁ ἱερεύς θέσει τά στεφάνια στίς κεφαλές τῶν νεονύμφων, ὁ παράνυμφος τά ἀλλάσσει κατά τάξιν τρεῖς φορές.

     Τό νόημα τῆς στέψης εἶναι ὅτι ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία καί εὐλογεῖ καί στεφανώνει τούς δύο αὐτούς νέους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὡς γράφει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος δέν «κατηγωνίσθηκαν ὑπό τῆς ἡδονῆς» (Ὁμιλία Θ', Εἰς τήν Α' Τιμόθ. PG 2,546) δηλ. δέν ὑποδουλώθηκαν στά πάθη. Ὁ ἅγιος Συμεών, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης θεωρεῖ τά στέφανα ὡς πνευματικό ἔπαθλο, τό ὁποῖο λαμβάνουν καί χαίρονται οἱ μελλόνυμφοι, καθ' ὅτι «συνάπτονται ἄσπιλοι, καί ὡς τήν παρθενίαν ἄχρι τοῦ γάμου συντετηρήκασιν» καί γράφει προσέτι ἐξηγῶντας τά τοῦ Μυστηρίου: «Εἶτα καί τούς στεφάνους ἐκ τοῦ θυσιαστηρίου λαβών καί εὐλογήσας τόν μέν εἰς τήν κεφαλήν τοῦ ἀνδρός, τόν δέ εἰς τήν κεφαλήν τῆς γυναικός τίθησιν, πρός τόν Κύριον καί Θεόν τῶν ὅλων δόξῃ καί τιμῇ στεφανῶσαι αὐτούς εὐχόμενος, ὡς καθαρῶς ἐν αὐτῷ συναπτομένους. Οὕς δή στεφάνους καί ὁ τῆς σωφροσύνης καί ὁμονοίας ἀνάδοχος ὄπισθεν ἐστώς, δέχεται, ἀντί πατρός αὐτοῖς γενόμενος καί διδάσκαλος τῆς ὁμοφροσύνης καί ἀγαθῆς συζυγίας. Διό καί τῶν ὀρθοδόξων ὀφείλει καί θεοφιλῶν εἶναι» (Συμεών Θεσσαλονίκης, ὅπ. παρ.). 

     Ἀκολουθεῖ τό Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα πού εἶναι ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου, πέμπτο κεφάλαιο καί στίχοι 20-23, ὅπου ἀναφέρεται ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη καί ὁ σεβασμός  πού πρέπει νά ἐπιδεικνύουν οἱ νεόνυμφοι σ' ὅλη τους τήν ζωή πού θά εἶναι μαζί, ἀλλά καί γίνεται λόγος γιά τήν παρομοίωση τοῦ γάμου πρός τήν μυστική ἕνωση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Νύμφη Του Ἐκκλησία. Ἡ δέ φράση τοῦ τέλους τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς (στ. 33): «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα» σημαίνει ἡ γυναῖκα, ὄχι νά σκιάζεται καί νά τρέμει μέ φόβο τόν ἄνδρα της, ἀλλά νά σέβεται καί νά τόν τιμᾶ. Φόβος σημαίνει σεβασμός. Ἔτσι τά ἔχει ὁρίσει ὁ Θεός. Στή συνέχεια ἔχουμε τήν ἀνάγνωση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἀπό τό κατά Ἰωάννη Εὐαγγέλιο, δεύτερο κεφάλαιο καί στίχοι 1-11, ὅπου ἀναφέρεται ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν γάμο τῆς Κανᾶ καί τήν «ἀρχή τῶν σημείων», δηλ. τό θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σέ οἶνο. Ἐδῶ συμβολίζεται ἡ τιμή στό γάμο καί ἡ χαρά γιά τό γεγονός αὐτό. Ἀκολουθεῖ ἡ εὐλογία τοῦ ποτηρίου μέ οἶνο καί ἡ σχετική εὐχή ἀπό τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος καί μεταδίδει ἀπό τό κοινό ποτήριο στούς νεονύμφους, ἐνῶ ψάλλεται τό: «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καί τό ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι» (Ψαλμ. 115,4) σέ πρῶτον ἦχον. Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά σημειώσουμε ὅτι τό νόημα τοῦ «κοινοῦ ποτηρίου» προέρχεται ἀπό τήν λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων χρόνων ὅπου ὁ γάμος ἐτελεῖτο κατά τήν διάρκεια τῆς Θ. Λειτουργίας καί οἱ νεόνυμφοι, ἐννοεῖται ὅτι μετελάμβανον τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού προηγεῖται καί ἡ «Κυριακή Προσευχή», τό Πάτερ ἡμῶν. Ἔχει ἀκόμη καί τόν συμβολισμό, ὁ τύπος πλέον αὐτός, πού διαμορφώθηκε, ὅτι ὅπως πίνουν καί γεύονται τόν οἶνο ἀπό τό κοινό ποτήριο, ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα, ἔτσι καί οἱ νεόνυμφοι σ' ὅλη τους στήν ἀπό κοινοῦ ζωή τους θά δέχονται καί τίς χαρές καί τίς πίκρες μαζί, καί τά εὐχάριστα καί τά δυσάρεστα, πού φέρνει ἡ μάταιη τούτη ζωή.

     Ἔπειτα, ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν γάμο ἐκδηλώνεται μέ τόν ἱεροπρεπῆ καί σεβάσμιο χορό ὅπου μετέχουν ὁ ἱερεύς, οἱ νεόνυμφοι καί ὁ παράνυμφος. Ἡ κίνηση αὐτή μέ πρῶτον τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος φέρει τό Εὐαγγέλιον ἀπό τό ἕνα χέρι καί ἀπό τό ἄλλο κρατᾶ τά χέρια τῶν νεονύμφων, ὁ δέ παράνυμφος κρατᾶ τά στέφανα, πραγματοποιεῖται τρεῖς φορές «ἐν σχήματι κύκλου περί τό ἐν τῷ μέσῳ τραπεζίδιον». Τό ὅτι ὁ ἱερεύς κρατεῖ τό Ἱερό Εὐαγγέλιον σημαίνει ὅτι στή ζωή τῶν νεονύμφων προηγεῖται ὁ Χριστός, ἡ διδασκαλία Του καί αὐτή πρέπει νά κυριαρχεῖ στή νέα τους συζυγική πορεία, ἀλλά καί ὁ Χριστός θά εἶναι, πρέπει νά εἶναι, ὁ ἀρχηγός τῆς οἰκογενείας τους. Κατά τήν διάρκεια τοῦ χοροῦ ψάλλονται τρεῖς ὡραιότατοι ὕμνοι. Εἶναι οἱ ὕμνοι. Ὁ πρῶτος ὕμνος εἶναι: «Ἡσαΐα χόρευε, ἡ Παρθένος ἔσχεν ἐν γαστρί καὶ ἔτεκεν υἱὸν τὸν Ἐμμανουήλ Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον˙ ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ, ὃν μεγαλύνοντες, τὴν Παρθένον μακαρίζομεν». Μέ τόν ὕμνο αὐτό θέλει ἡ Ἐκκλησία νά ὑπογραμμίσει ὅτι μέ τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ ἀρχή τῆς νέας ζωῆς. Ἔτσι καί τώρα ἀρχίζει μία νέα ζωή γιά τούς νεονύμφους αὐτούς. Ὁ δεύτερος ὕμνος εἶναι τό: «Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες, πρεσβεύσατε πρὸς Κύριον ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Μ' αὐτόν τόν ὕμνον ὑπενθυμίζει ἡ Ἐκκλησία τούς μάρτυρες οἱ ὁποῖοι ἤθλησαν τόν ἀγῶνα τῆς πίστεως καί ἐστεφανώθησαν. Ἔτσι καί οἱ νεόνυμφοι πρέπει νά συνεχίσουν τόν χριστιανικό ἀγῶνα μέ τίς πρεσβεῖες καί τήν βοήθεια τῶν ἁγίων. Καί ὁ τρίτος ὕμνος εἶναι τό: «Δόξα σοι, Χριστὲ ὁ Θεός, Ἀποστόλων καύχημα, Μαρτύρων ἀγαλλίαμα, ὧν τὸ κήρυγμα, Τριὰς ἡ ὁμοούσιος». Ὁ ὕμνος αὐτός ἐκφράζει τήν ὅλη χαρά, εὐγνωμοσύνη καί δοξολογία πρός τήν Ἁγία Τριάδα γιά τήν σύζευξη αὐτή, γιά τήν ἐπιτέλεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ γάμου. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι καί κατά τήν τέλεση τῆς χειροτονίας λέγονται οἱ ὕμνοι αὐτοί μέ τήν διαφορά ὅτι προηγεῖται ὁ δεύτερος: «Ἅγιοι Μάρτυρες» καί ἕπονται οἱ ἄλλοι δύο καθ' ὅτι ἡ χειροτονία ἐπιζητεῖ γιά τούς κληρικούς μέγα ἀγῶνα πνευματικῆς ζωῆς, ἀσκήσεως καί διακονίας κατά μίμησιν τῶν ἁγίων μαρτύρων. Ἀκολουθοῦν ἀκόμη δύο εὐχές καί ἡ Ἀπόλυσις.

*

     Ὅπως καταδεικνύεται ἀπό τήν ὅλη τελετουργία τοῦ γάμου, πρόκειται, τῷ ὄντι, γιά ἱερή ὑπόθεση. Μέ ὅσα λέγονται καί τελοῦνται τονίζεται πολύ ἐμφαντικά ἡ ἱερότητα τοῦ μυστηρίου. Εὐλογημένη, λοιπόν, ἡ σύζευξη αὐτή ἀνδρός καί γυναικός, εὐλογημένος ὁ παρά Θεοῦ γάμος, τίμιος καί σεμνός.

     Ἡ Ἐκκλησία, περαιτέρω, κατά τήν ποιμαντική της διάκριση καί μέριμνα διατάττει κατ' ἀκρίβειαν, ποίους χρόνους δέν πρέπει νά γίνονται γάμοι. Ἤτοι: Κατά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή (βλ. καί να' κανόνα τῆς Συνοδικῆς Λαοδικείας), τίς ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ὡς ἐπίσης τήν 29η Αὐγούστου (μνήμη τῆς ἀποτομῆς  τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου), τήν 14η Σεπτεμβρίου (Παγκόσμιος ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ), τήν 5η Ἰανουαρίου (παραμονή Θεοφανείων καί νηστεία) καθώς καί τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἐπίσης γάμος δέν τελεῖται στίς Ἱερές Μονές, οὔτε σέ χώρους ἐρειπωμένου ἤ μή λειτουργοῦντος μοναστηρίου ὡς τόπου καθιερωμένου ἅπαξ διά παντός ὡς μοναστικοῦ χώρου. Τέλος, κατά συγκατάβασιν, ἡ Ἐκκλησία καί δι' ὡρισμένους μόνον λόγους δέχεται τήν λύση τοῦ γάμου (διαζύγιο).

     Περαίνοντας, ἀξίζει νά ἀναφέρουμε καί ὡρισμένα ἅγια ζευγάρια, ἀνδρόγυνα ἁγίων, τά ὁποῖα τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας καί φανερώνουν ὅτι καί διά τοῦ γάμου ὑπάρχει πάντα ἡ δυναμική τῆς ἁγιότητος. Εἶναι οἱ ἅγιοι:

  1. Ξενοφών καί Μαρία (26 Ἰανουαρίου)
  2. Ἀκύλας καί Πρίσκιλλα (13 Φεβρουαρίου)
  3. Μαρκιανός καί Πουλχερία (17 Φεβρουαρίου)
  4. Χρύσανθος καί Δαρεία (19 Μαρτίου)
  5. Φιλητός καί Λυδία (27 Μαρτίου)
  6. Ἕσπερος καί Ζωή (2 Μαΐου)
  7. Τιμόθεος καί Μαύρα (3 Μαΐου)
  8. Ἀδριανός καί Ναταλία (26 Αὐγούστου)
  9. Εὐστάθιος καί Θεοπίστη (20 Σεπτεμβρίου)
  10. Τερέντιος καί Νεονίλλη (28 Ὀκτωβρίου)
  11. Γαλακτίων καί Επιστήμη (5 Νοεμβρίου) κ.α.

Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν καί ἄλλοι.­

*


Εκτύπωση   Email