ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

 

     Τό Βάπτισμα εἶναι τό πρῶτο μυστήριο μέ τό ὁποῖο ὁ πιστός εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία καί καθίσταται μέλος αὐτῆς. Κατά συνέπειαν, ἀποτελεῖ καί τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς συμμετοχῆς του καί στ' ἄλλα μυστήρια. Ἄν κάποιος δέν εἶναι βαπτισμένος δέν μπορεῖ νά λάβει μέρος στά ἄλλα Μυστήρια.

     Στήν Κ. Διαθήκη ὀνομάζεται «λουτρόν παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου» (Τίτ.3,5). Εἰδικότερα, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν δώσει πολλές ὀνομασίες, οἱ ὁποῖες διατυπώνουν τήν σημασία τοῦ βαπτίσματος. Ὁ Μέγας Βασίλειος ὀνομάζει τό βάπτισμα «παλιγγενεσία ψυχῆς, ἔνδυμα φωτεινόν... ὄχημα πρός οὐρανόν...υἱοθεσίας χάρισμα» (PG 31,433). Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τό ὀνομάζει, «φώτισμα» καί γράφει ὅτι εἶναι «λαμπρότης ψυχῶν, βίον μετάθεσις... βοήθεια τῆς ἀσθενείας τῆς ἡμετέρας, σαρκός ἀπόθεσις, Πνεύματος ἀκολούθησις, Λόγου κοινωνία, πλάσματος ἐπανόρθωσις, κατακλυσμός ἁμαρτίας, φωτός μετουσία, σκότους κατάλυσις, ὄχημα πρός Θεόν, συνεκδημία Χριστοῦ, ἔρεισμα πίστεως, νοῦ τελείωσις, κλείς οὐρανῶν βασιλείας, ζωῆς ἄμειψις, δουλείας ἀναίρεσις, δεσμῶν ἔκλυσις» (PG. 36,361). Ὁ ἅγ. Συμεών Θεσ/κης λέγει ὅτι: «Τό ἱερώτατον μυστήριον τό βάπτισμα ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπον δίδου εἰς ἡμᾶς τήν ἀπαθῆ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν γέννησιν» (Ἅπαντα, σελ. 315). Ὁ δέ ἅγ. Νικόλαος ὁ Καβάσιλας γράφει ὅτι: «Τό βάπτισμα τό ὀνομάζουμε γέννησι καί ἀναγέννησι, ἀνάπλασι καί σφραγῖδα καί ἔνδυμα, φώτισμα καί λουτρό˙ ὅλα αὐτά τοῦτο τό πρᾶγμα μόνο σημαίνουν, ὅτι ἀρχή τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν πού εἶναι καί ζοῦν κατά Θεόν εἶναι ἡ τελετή αὐτή» (Φιλοκαλία, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγ. Β', σ. 315).

     Ἐπίσης τήν ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος ὑπογραμμίζουν οἱ θεοφόροι ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σέ πολλά συγγράμματά τους. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέγει: «Τάφος ἐστί καί ἀνάστασις τό βάπτισμα συνθάπτεται γάρ ὁ παλαιός ἄνθρωπος τῇ ἁμαρτίᾳ καί ἀνίσταται ὁ νέος ὁ ἀνακαινούμενος κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος» (ΕΠΕ 30,368). Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων προειδοποιεῖ ὅτι: «Εἰ τις μή λάβῃ βάπτισμα, σωτηρίαν οὐκ ἔχει˙ ὅσῳ δι' ἄν ἦ ἀγαθός ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ ὁ μή λαβών τήν σφραγῖδα τοῦ ὕδατος οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (PG 33,440). Τό ἴδιο τονίζει καί ὁ Ἱ. Χρυσόστομος: «Κλαῦσον τούς χωρίς φωτίσματος ἀπερχομένους, τούς χωρίς σφραγῖδος. Οὗτοι ἔξω τῶν βασιλείων εἰσί» (ΕΠΕ 21,438).

*

     Τό βάπτισμα βέβαια εἶναι θεοΐδρυτο. Τό ἵδρυσεν οὗτος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός κατά τό χρονικό διάστημα μεταξύ Ἀναστάσεως καί Ἀναλήψεως Αὐτοῦ καί οἱ ἱδρυτικοί λόγοι τοῦ μυστηρίου εἶναι τό: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. 28,19).

     Τήν ἴδια ἔννοια ἔχουν καί οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου: «Πορευθέντες εἰς τόν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τό Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 15-16).

     Εἰδικότερα, πρό τῆς τελέσεως τοῦ βαπτίσματος ἔχουμε τήν Ἱερά Ἀκολουθία τῆς Κατηχήσεως. Τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια ἡ ἀπαραίτητη κατήχηση διαρκοῦσε τρία χρόνια. Ἀργότερα ὅμως καθιερώθηκε ὁ νηπιοβαπτισμός καί τήν κατήχηση ἀνέλαβε ὁ ἀνάδοχος. Ὀνομάζεται ἔτσι, διότι αὐτός ἀναδέχεται ἀπό τήν κολυμβήθρα τόν βαπτισθέντα καί βεβαίως ἀναλαμβάνει κανονικά τήν εὐθύνη τῆς χριστιανικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ φωτιζομένου μαζί μέ τούς γονεῖς καί ἀργότερα μέ τήν ὅλη κατηχητική παιδεία τῆς Ἐκκλησίας.

     Θά πρέπει, ὅσον ἀφορᾶ τόν ἀνάδοχο, νά ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ θεσμός τοῦ ἀναδόχου ἀναφέρεται ἀπό τόν Τερτυλλιανό στό ἔργο του De Baptismo, ὅπου καί μαρτυρεῖται ὅτι: «προερχόταν ἀπό τήν τάξη τῶν πιστῶν, ἦταν συνήθως τοῦ ἰδίου φύλου πρός τόν βαπτιζόμενο καί προσωποποιοῦσε τήν εὐθύνη τοῦ ὅλου σώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ὀρθή κατήχηση τοῦ νέου μέλους της» (Τερτυλλιανοῦ, De Baptismo, XVIII, PL 1, 1330). Μετά καί τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, ὁ  ἀνάδοχος χαρακτηρίζεται πλέον ὡς πνευματικός πατέρας (ἤ μητέρα) καί ἀκριβῶς ἔτσι τόν ὀνομάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ἔχουν δέ χρέος οἱ ἀνάδοχοι, ὑπογραμμίζει ὁ ἴδιος, «πολλήν τήν ἀγρυπνίαν ἐνδείκνυσθαι... (πρός τούς ἀναδεκτούς) παραινοῦντες καί συμβουλεύοντες, διορθοῦντες, πατρικήν φιλοστοργίαν ἐπιδεικνύμενοι» (Ἰω. Χρυσοστόμου, Κατήχησις Β', κεφ. 15, SC 15,142).

     Ἐπειδή ἀκριβῶς καί σύμφωνα μέ τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀνάδοχος ἀσκεῖ ὑπεύθυνο ἔργο, «ἀναδεχόμενος δέ τόν ἐγγυώμενον κατά τε πίστιν καί βίον», γι' αὐτό καί πρέπει νά εἶναι κατάλληλο πρόσωπο, πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, Χριστιανός ὀρθόδοξος. Γι' αὐτούς τούς λόγους κωλύονται νά εἶναι ἀνάδοχοι οἱ κάτωθι:

α) Οἱ μή Χριστιανοί: δηλ. δέν μποροῦν νά γίνουν ἀνάδοχοι οἱ ἀβάπτιστοι γενικῶς («ἐθνικοί», ἀλλόθρησκοι, κλπ.).

β) Οἱ αἱρετικοί, οἱ σχισματικοί, οἱ ἑτερόδοξοι.

γ) Οἱ ἀφορισθέντες.

δ) Οἱ τελέσαντες πολιτικό γάμο.

ε) Οἱ μή ἔχοντες συνείδηση τῶν πράξεων τους καί οἱ ἀκαταλόγιστοι.

στ) Τά νήπια, οἱ ἄνηβοι. Εἰδικά μέ τούς τελευταίους θά προτείναμε τή συμπλήρωση περίπου τοῦ 12ου ἔτους τῆς ἡλικίας, ὥστε νά ἐπιτραπεῖ ἡ ἀναδοχή κατά τήν ποιμαντική διάκριση τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀποκλείονται βέβαια λόγῳ συγγενείας οἱ γονεῖς τοῦ τέκνου, ὁ σύζυγος ἤ ἡ σύζυγος τοῦ βαπτιζομένου, καί οἱ μοναχοί γιά πνευματικούς λόγους πού σχετίζονται μέ τήν μοναχική τους ἰδιότητα.

     Ἔτσι ὁ ἀνάδοχος ἀναλαμβάνει σπουδαῖο πνευματικό ἔργο γι' αὐτό καί συμμετέχει ἐνεργῶς τόσο στήν Ἱ. Ἀκολουθία τῆς κατηχήσεως ὅσο καί στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Εἶναι ἐκεῖνος ὅπου στήν ἀκολουθία τῆς κατηχήσεως «ἀποτάσσεται τόν σατανᾶ», συντάσσεται τῷ Χριστῷ» καί ἀπαγγέλλει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ὅλα αὐτά ἀντί τοῦ βαπτιζομένου νηπίου. Πολύ σημαντικό αὐτό. Ἔπειτα στήν τελετή τῆς βαπτίσεως, θέτει μετά τόν ἱερέα, λάδι στό νήπιον, τό ἀναδέχεται ἀπό τήν κολυμβήθρα, τοῦ προσφέρει (φορεῖ) τόν σταυρό καί κρατῶντας τόν βαπτισθέντα περιέρχεται μετά τοῦ ἱερέως γύρωθεν τῆς κολυμβήθρας. Κατά συνέπειαν, δέν εἶναι τό ἴδιο ὑπούργημα, ὁ ἀνάδοχος (ὁ νονός) στή βάπτιση μέ τόν παράνυμφο (κουμπάρο) στό Μυστήριο τοῦ Γάμου μέ ὅ,τι αὐτό σημαίνει ὡς πρός τήν σημασία καί ἀξία.

     Ὡς πρός τόν νηπιοβαπτισμό δέον ὅπως σημειώσουμε καί τά ἑξῆς ἀπαντῶντας στήν ἐρώτηση τήν ὁποία ἐνίοτε θέτουν μερικοί λέγοντες: Εἶναι ὀρθό νά βαπτίζουμε τά νήπια καταστρατηγῶντας ἔτσι τήν θρησκευτική τους ἐλευθερία; Ἡ ἀπάντηση ἀσφαλῶς στό λογικοφανές καί μόνο αὐτό ἐρώτημα εἶναι ἡ κάτωθι: Καταστρατηγοῦμε ἄραγε τήν ἐλευθερία τοῦ νηπίου ὅταν κάνουμε τά ἐμβόλια ἤ τοῦ δίδουμε φαγητό ἤ τό ντύνουμε ἤ τό ἐγγράφουμε στό σχολεῖο γιά νά μάθει γράμματα; Ἀσφαλῶς καί ὄχι. Οἱ ἀντιρρήσεις πού προβάλλονται ἐνίοτε γιά τό νηπιοβαπτισμό, εἶναι ἐντελῶς ἀνεδαφικές. Ὁ νηπιοβαπτισμός, πού εἶναι παράδοση τῆς φιλόστοργης μητέρας ἁγίας μας Ἐκκλησίας, στηρίζεται σέ θεολογικά ἐρείσματα. Ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε στέρησε τοῦ βαπτίσματος τά νήπια, διότι καί αὐτά, ἐπειδή φέρουν τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἔχουν ἀνάγκη νά λυτρωθοῦν ἀπό τήν «παλαιά γέννηση» καί νά λάβουν τόν νέο τρόπο ὑπάρξεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ἤδη στήν Καινή Διαθήκη ἔχουμε ἔμμεσες, πλήν ὅμως σαφεῖς μαρτυρίες γιά τό βάπτισμα τῶν νηπίων. Συγκεκριμένα στίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» ἀναφέρονται βαπτίσεις ὁλόκληρων οἰκογενειῶν ὅπου προφανῶς ὑπῆρχαν καί μικρά παιδιά καί νήπια. Ἀναφέρονται ὁ Κορνήλιος «καί πᾶς ὁ οἶκος», ἡ Λυδία «καί ὁ οἶκος αὐτῆς», ὁ δεσμοφύλακας στούς Φιλίππους «καί οἱ αὐτοῦ πάντες», ὁ Κρίσπος στήν Κόρινθο «σύν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ». Συγκεκριμένα ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει πρός τούς Κορινθίους γιά τό βάπτισμα τοῦ οἴκου Στεφανᾶ. (Α' Κορ. 1,16), δηλ. τήν οἰκογένειά του.

     Ἐπίσης οἱ ἱεροί Κανόνες ἀναφέρονται στόν νηπιοβαπτισμό. Ἐκτός ἀπό κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὁ 21ος κανών τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης εἶναι πολύ χαρακτηριστικός: «Ὅστις δήποτε τά μικρά καί νεογέννητα ἐκ τῶν γαστέρων τῶν μητέρων βαπτιζόμενα ἀρνεῖται ἤ λέγει εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν αὐτά βαπτίζεσθαι μηδέν δέ ἐκ τῆς τοῦ Ἀδάμ ἕλκειν προγονικῆς ἁμαρτίας τό ὀφεῖλον καθαρθῆναι τῷ λουτρῷ τῆς παλιγγενεσίας, ἀνάθεμα εἴη˙ διά γάρ τόν κανόνα τοῦτον τῆς πίστεως καί οἱ μικροί ἔτι μήν, οἱ μηδέν ἁμαρτημάτων εἰς ἑαυτούς ἔτι μήν πλημμελεῖν δυνάμενοι, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἀληθινῶς βαπτίζονται, ἵνα καθαρθῇ ἐν αὐτοῖς διά τῆς παλιγγενεσίας, ὅπερ εἵλκυσαν ἐκ τῆς ἀρχαιογονίας» (Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων τῶν τε ἁγίων καί πανευφήμων Ἀποστόλων καί τῶν Ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν κατά μέρος Ἁγίων Πατέρων, τόμ. Γ' σελ. 561 ἑπ.). Στό ἔργο «Διαταγαί τῶν Ἀποστόλων» συναντοῦμε τήν πολύ χαρακτηριστική σύσταση: «Βαπτίζετε δέ ὑμῶν καί τά νήπια, καί ΄΄ἐκτρέφετε αὐτά ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Θεοῦ΄΄, ΄΄ἄφετε΄΄ γάρ, φησί, ΄΄τά παιδιά ἔρχεσθαι πρός με καί μή κωλύεται αὐτά΄΄» (ΒΕΠΕΣ τόμ. Β' 105). 

     Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιμένει στήν ἔγκαιρη τέλεση τοῦ Βαπτίσματος, καί προτρέπει: «Νέος εἶ; ἀσφάλισαι τήν νεότητα τῷ τοῦ βαπτίσματος χαλινῷ», καί διδάσκει: «Τίς δέ σοι καί τόν ὅρον τῆς ζωῆς ἔπηξε; τίς σοι τήν προθεσμίαν τοῦ γήρως ὥρισε; τίς οὕτως ἀξιόπιστος παρά σοί τῶν μελλόντων ἐγγυητής; Οὐκ ἔχει μίαν προθεσμίαν ὁ βίος» (PG 31,436 C).

     Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός συμβουλεύει τούς γονεῖς καί μάλιστα τή μητέρα μέ τίς ἑξῆς θέσεις του: «Νήπιον ἔστι σοι; Μή λαβέτω καιρόν ἤ κακία ἐκ βρέφους ἁγιασθήτω, ἐξ ὀνύχων καθιερωθήτω τῷ Πνεύματι» (PG 36, 380) καί συμπληρώνει: «Κρεῖσσον γάρ ἀναισθήτως ἁγιασθῆναι ἤ ἀπελθεῖν ἀσφράγιστα καί ἀτέλεστα». (ὅπ. παρ., 400).

     Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος δέν ἀποκλείει τήν ἄωρη ἡλικία ἀπό τό Βάπτισμα: «Ἡ δέ ἡμετέρα περιτομή, ἡ τοῦ βαπτίσματος λέγω χάρις, ἀνώδυνον ἔχει τήν ἰατρείαν, καί μυρίων ἀγαθῶν πρόξενος γίνεται ἡμῖν, καί τῆς τοῦ Πνεύματος ἡμᾶς ἐμπίπλησι χάριτος, καί οὐδέ ὡρισμένον ἔχει καιρόν, καθάπερ ἐκεῖ , ἀλλ' ἔξεστι καί ἐν ἀώρῳ ἡλικίᾳ». Συνεπῶς ὁ νηπιοβαπτισμός εἶναι θεάρεστη πράξη τῶν χριστιανῶν γονέων καί πολλαπλῶς ὠφέλιμη πνευματικῶς (Ἰω. Χρυσοστόμου. Εἰς τήν Γένεσιν, ὁμιλία M'. PG 3,373).

     Στήν Ἀκολουθία, λοιπόν, τῆς Κατηχήσεως ἔχουμε τίς συγκλονιστικές εὐχές τῶν ἐξορκισμῶν ἤ ἀφορισμῶν. Οἱ δύο πρῶτες εὐχές εἶναι ἔντονες ἐπιτιμήσεις, μέ τίς ὁποῖες ὁ ἱερεύς ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί μέ τή δύναμι τοῦ σωτηριώδους πάθους Του, ἀποτείνεται πρός τόν διάβολο καί τόν ἐπιτιμᾶ νά ἐξέλθει καί ἀναχωρήσει «σύν πάσῃ τῇ δυνάμει καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἡ τρίτη Εὐχή (ὁ ἀφορκισμός) εἶναι θερμή ἱκεσία πρός τόν Παντοδύναμο νά διώξει καί συντρίψει τά ἀκάθαρτα πνεύματα ἐν τάχει ὑπό τούς πόδας τοῦ προσερχομένου, καί νά τοῦ χαρίσει ἄγγελον φωτεινόν, πού νά τόν γλιτώνει ἀπό κάθε ἐπιβουλή.

     Ἔπειτα ὁ ἱερεύς ἐμφυσᾶ στό στόμα, στό μέτωπο καί στό στῆθος τρεῖς φορές καί ἀπευθύνει πιό ἔντονες ἐπιτιμήσεις στά πονηρά πνεύματα πού ἐπενεργοῦν στούς ἀβάπτιστους. Λέγει: «Ἐξέλασον ἀπ' αὐτοῦ πᾶν πονηρόν καί ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καί ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». Καί αὐτή τήν ἐπιτίμηση τήν λέγει μάλιστα τρεῖς φορές. Κατονομάζει δέ τόν διάβολον ὡς «πνεῦμα πλάνης, πνεῦμα πονηρίας, πνεῦμα εἰδωλολατρίας καί πάσης πλεονεξίας, πνεῦμα ψεύδους καί πάσης ἀκαθαρσίας». Συγχρόνως παρακαλεῖ νά τόν κάμει ὁ Θεός «πρόβατον τῆς λογικῆς ποίμνης Του, μέλος τίμιον τῆς Ἐκκλησίας Του καί κληρονόμον τῆς βασιλείας Του». Ὅλα αὐτά τά ἱερά λόγια θέλουν νά τονίσουν τό πέρασμα σέ μιά καινούργια ζωή, τήν μετάβαση ἀπό τήν «μακράν τοῦ Χριστοῦ» στήν «ἐν Χριστῷ» κατάσταση.

     Μετά τίς τρεῖς Εὐχές τούς «Ἀφορκισμούς» γίνεται ἡ «ἀπόταξη» καί ἡ «σύνταξη», δύο σημαντικές πράξεις καί ὁμολογίες. Στήν πρώτη ὁ ἱερεύς στρέφει τόν ὑποψήφιο γιά τό βάπτισμα πρός τή δύση δηλαδή πρός τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, καί ἐρωτᾶ τρεῖς φορές: «Ἀποτάσσῃ τῷ Σατανᾶ; Καί πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ; Καί πάσῃ τῇ λατρείᾳ αὐτοῦ; Καί πᾶσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ; Καί πᾶσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ;» δηλαδή τόν ἀπαρνεῖσαι καί τόν ἀποκηρύττεις, τόν διάβολον καί τά ἔργα του καί τούς ἀγγέλους του καί τήν λατρείαν του; Σέ κάθε ἐρώτηση ἀπαντᾶ ὁ κατηχούμενος (ἤ ὁ ἀνάδοχος) μέ τή λέξη: «Ἀποτάσσομαι», δηλαδή ἀποδοκιμάζω καί ἀποχωρίζομαι ἀπό τόν σατανᾶ. Αὐτό γίνεται τρεῖς φορές, γιά νά τονισθεῖ ἡ πλήρης ἀπάρνηση τοῦ Πονηροῦ. Ἀλλά καί πάλι συνεχίζει ὁ ἱερεύς τίς ἐρωτήσεις: «Ἀπετάξω τῷ Σατανᾶ;» δηλαδή πραγματικά καί ὁριστικά τόν ἀπαρνήθηκες; Καί ἐκεῖνος ἀπαντᾶ τρεῖς φορές: «Ἀπεταξάμην» καί λέγει ὁ ἱερεύς τότε: «Καί ἐμφύσησον καί ἔμπτυσον αὐτῷ». Καί τόν φυσᾶ καί τόν φτύνει.

     Καί τώρα ἀκολουθεῖ ἡ ἀκόμη πιό σημαντική πράξη. Εἶναι ἡ σύνταξη μέ τό Χριστό, ἡ ὁποία γίνεται μέ τόν ἴδιο τρόπο τῶν τριπλῶν ἐρωτήσεων καί ἀπαντήσεων. Ὁ ἱερεύς στρέφει τώρα τόν ὑποψήφιο πρός τήν ἀνατολή, πρός τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης καί τόν ἐρωτᾶ ἄν συντάσσεται μέ τόν Χριστό, δηλαδή ἄν δέχεται νά ταχθεῖ μέ τό μέρος Του ὡς πιστός Του ἀκόλουθος. Ὁ ὑποψήφιος ἀπαντᾶ σέ κάθε ἐρώτηση: «Συντάσσομαι». Ὁ ἱερεύς ἐρωτᾶ πάλι καί σέ τετελεσμένο χρόνο ἄν συντάχθηκε μέ τόν Χριστό, καί ἐκεῖνος βεβαιώνει πάλι «Συνεταξάμην», δηλαδή ὁριστικά καί ἀμετάκλητα θά ἀνήκω σ' Αὐτόν. Καί νέα ἐρώτηση: «Καί πιστεύεις Αὐτῷ;». Καί ἡ ἀπάντηση: «Πιστεύω Αὐτῷ ὡς βασιλεῖ καί Θεῷ». Ἀμέσως ἀκολουθεῖ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὅπως μᾶς τό ἔδωσαν οἱ Πατέρες τῶν δύο πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Αὐτό εἶναι τό σημάδι μέ τό ὁποῖο διακρίνονται οἱ ἀληθινοί πιστοί τοῦ Χριστοῦ, τό σημάδι πού διακρίνει τά πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.

     Ἀξίζει νά προσέξουμε ὅτι καί μετά τήν ὁμολογία τῆς Πίστεως, ὁ ἱερεύς ἀπευθύνει ἐρωτήσεις πάλιν τίς ἴδιες γιά νά δηλωθεῖ ἡ σοβαρότητα τῶν ἱερῶν ὑποσχέσεων. Ἐδῶ ἔχουμε νά κάμνουμε μέ τούς πνευματικούς νόμους τούς ὁποίους δέν πρέπει νά ἀπεμπολήσουμε καί νά καταστρατηγήσουμε. Στή συνέχεια ὁ ἱερεύς παρακινεῖ τόν ὑποψήφιο ἤ τόν ἀνάδοχο λέγοντας: «Προσκυνῶ Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον» καί ἀφοῦ ὁλοκληρωθεῖ ἡ σπουδαία πράξη τῆς ὁμολογίας καί προσκυνήσεως, ὁ ἱερεύς ἀναπέμπει δοξολογία γιά τό γεγονός αὐτό καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά καλέσει πλέον τόν δοῦλο Του (τόν ὁποῖο τώρα γιά πρώτη φορά ὁ ἱερεύς ὀνομάζει μέ τό νέο του ὄνομα) «πρός τό Ἅγιον Φώτισμα καί τόν καταξιώσει τῆς μεγάλης ταύτης χάριτος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος».

*

     Ἀκολουθεῖ ἡ καθ' αὐτό τέλεση τοῦ Βαπτίσματος. Τό Τυπικόν εἶναι πολύ εὔλογο, ἤτοι: «Εἰσέρχεται ὁ ἱερεύς, καί ἀλλάσσει λευκήν ἱερατικήν στολήν, ἤτοι ἐπιτραχήλιον καί φελώνιον καί ἁπτομένων πάντων τῶν κηρῶν, λαβών θυμιατόν, ἀπέρχεται ἐν τῇ Κολυμβήθρᾳ καί θυμιᾶ κύκλῳ καί ἀποδούς τό θυμιατόν, προσκυνεῖ, εἶτα λέγει». «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος...». Ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ βάπτιση εἶναι Μυστήριον ἀρχίζει ὑψώνοντας τό Ἱ. Εὐαγγέλιον μέ τό: «Εὐλογημένη...» καί ὄχι ὅπως στήν Κατήχηση μέ τό: «Εὐλογητός...».

     Στή συνέχεια, μετά τά Εἰρηνικά τά ὁποῖα ἔχουν ἰδιαίτερο περιεχόμενο καί πρίν ἐκφώνως ὁ ἱερεύς ἀναγνώσει τίς δύο σπουδαῖες Εὐχές σχετικά μέ τόν ἁγιασμό τοῦ ὕδατος, ἀναγιγνώσκει μυστικῶς τήν σπουδαία εὐχή γιά τήν διακονία τήν ὁποία ἔχει νά ἐπιτελέσει αὐτή τοῦ βαπτίσματος οὕτως ὥστε ἀπό τόν Θεόν καί μόνον νά λάβει δύναμη ἐξ' ὕψους πρός ἐνίσχυσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ τῆς βαπτίσεως.

     Τά αἰσθητά σημεῖα τοῦ Βαπτίσματος εἶναι: α). Ὁ τελετουργικός ἱερεύς β). Τό ὕδωρ γ). Τό ἔλαιον δ). Ἡ τριττή κατάδυσις καί ἀνάδυσις καί ε). Οἱ λόγοι τοῦ ἱερέως «βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ...».

     α). Ὡς πρός τόν ἱερέα: Ὀφείλει νά πράττει μέ πᾶσαν ἐπίγνωση, εὐσυνείδητα τό ἱερότατο ὑπούργημα αὐτό τῆς βαπτίσεως φέρων ἐπιτραχήλιον καί φελώνιον καί ἀναγιγνώσκων ὅλες τίς εὐχές ἀπαραιτήτως. β) ὡς πρός τό ὕδωρ, πρέπει τοῦτο νά εἶναι καθαρόν, «ζῶν» ὡς λέγεται, τό ὁποῖο προηγουμένως καί ἁγιάζει διά τῶν εὐχῶν ὁ ἱερεύς, Τό ὕδωρ ὅπως γνωρίζουμε καί καταστρέφει καί ζωογονεῖ. Ἔτσι καί στό βάπτισμα. Καταστρέφεται ὁ «παλαιός ἄνθρωπος» καί γεννᾶται «ὁ νέος», ὁ ἐν Χριστῷ. γ). Τό ἔλαιον, εἶναι τό ἄλλο αἰσθητό σημεῖο. Τό ἔλαιον αὐτό ὀνομάζεται ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων «ἐπορκιστόν», διότι μετά τήν ἀνάγνωση τῆς εἰδικῆς εὐχῆς ἀπό τόν ἱερέα λαμβάνει χάριν ἀπό τόν Θεό γιά νά ἐκδιώκῃ «τάς ἀοράτους τοῦ πονηροῦ δυνάμεις» (ΒΕΠΕΣ 39,251). Μέ τό ἁγιασμένο αὐτό ἔλαιον χρίει ὁ ἱερεύς σταυροειδῶς τόν βαπτιζόμενο στό μέτωπο, στό στῆθος, στά αὐτιά, στά πόδια καί στά χέρια λέγοντας τά σπουδαῖα λόγια: «Χρίεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ... ἔλαιον ἀγαλλιάσεως, εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, Ἀμήν» καί σφραγίζων στό μέν στῆθος λέγει: «Εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος», εἰς τάς ἀκοάς: «Εἰς ἀκοήν πίστεως», στά πόδια: «Τοῦ πορεύεσθαι τά διαβήματα σου», καί στά χέρια: «Αἱ χείρες σου ἐποίησάν με καί ἔπλασάν με». Καί στή συνέχεια ὁ ἀνάδοχος ἀλείφει μέ τό ἔλαιον ὅλο τό σῶμα τοῦ βαπτιζομένου. Μέ τό ἔλαιον αὐτό ὁ μέν ἱερεύς λαμβάνει χάριν ἀπό τό Θεό πρός ἐκδίωξιν τῶν ἀοράτων πονηρῶν δυνάμεων, «ὁ δέ βαπτιζόμενος τόν ὁποῖο ἀλείφει ὁ ἱερεύς ἐγκεντρίζεται» δηλ. «μπολιάζεται» πλέον στήν «καλλιέλαιον» στόν Ἀμπελῶνα τοῦ Χριστοῦ καί ἀρχίζει τόν πνευματικό του ἀγῶνα. Ὡραιότατα ὁ Ἱ. Χρυσόστομος λέγει ὅτι ὅπως οἱ ἀθλητές ἀλείφονταν στούς κλασσικούς χρόνους πρό τῶν ἀγώνων τους καί δή τοῦ ἀγωνίσματος τῆς πάλης γιά νά καθίστανται περισσότερον εὐκίνητοι καί νά ξεγλιστροῦν ἀπό τούς ἀντιπάλους τους, κατά παρόμοιο τρόπο ὁ νέος χριστιανός, ὁ νεοφώτιστος ἑτοιμάζεται γιά τούς δικούς του πνευματικούς ἀγῶνες κατά τῶν δαιμόνων.     

     δ). Ἡ βάπτιση, δηλ. ἡ τριττή κατάδυσις καί ἀνάδυσις. Εἶναι τό κεντρικό σημεῖο, τό κορυφαῖο τοῦ ὅλου ἱεροῦ Μυστηρίου. Βάπτιση σημαίνει βύθιση, κατάδυση στή κολυμβήθρα μέ τό ἁγιασμένο ὕδωρ καί ἀνάδυση ἀπ' αὐτό. Δηλαδή, δέν ἀρκεῖ μόνο μέχρι τούς ἀστραγάλους τῶν ποδιῶν ἤ ὀλίγον ὕδωρ στήν κεφαλή, ἤ ἕνα ἁπλό ράντισμα. Βαπτίζω σημαίνει βυθίζω μέσα ἤ κάτω ἀπό τό ὕδωρ (βλ. σχετικό λῆμμα στήν Ἐπιτομή τοῦ μεγάλου Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης Lindel's Scott, σελ. 242). Καί εἶναι ἀπαραίτητη ἡ τριττή κατάδυσι καί ἀνάδυσι. Δέν ἀρκεῖ μία φορά. Αὐτή ἡ κίνηση καί πράξη εἶναι σύμβολο τῆς τριημέρου ταφῆς καί Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀπ. Παῦλος ὑπογραμμίζει πολύ χαρακτηριστικά: « Ἤ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν; συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Εἰ γάρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλά καί τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα» (Ρωμ.6, 3-5). Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος λέγει ὅτι: «καθώς βυθιζόμεθα στό ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας, «ὁ παλαιός ἄνθρωπος θάπτεται». Καί ὅπως ἀναδυόμεθα ἀπό τό νερό, «ὁ καινός ἄνεισι (=ἐξέρχεται ὁ νέος ἄνθρωπος) πλέον». Καί ὅπως δέν εἶναι δύσκολο νά βυθισθοῦμε καί νά βγοῦμε ἀπό τό νερό τῆς κολυμβήθρας, ἔτσι εἶναι πολύ «εὔκολον τῷ Θεῷ θάψαι τόν ἄνθρωπον τόν παλαιόν καί ἀναδεῖξαι τόν νέον» (PG 59,151).

ε). Πολύ σημαντικό εἶναι καί αὐτό τό σημεῖο, τοὐτέστιν οἱ λόγοι τοῦ ἱερέως ὅτι: «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ἀμήν», ὅταν πραγματοποιεῖ τήν κατάδυσι καί τήν ἀνάδυσι. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως ὅτι λέγεται «Βαπτίζεται» καί ὄχι «Βαπτίζω», (δηλ. ἐγώ), ὅπως λέγουν οἱ Λατῖνοι. Πάντοτε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζεται παθητικῶς «βαπτίζεται», «στέφεται» κλπ διότι ὁ βαπτίζων ἐν προκειμένῳ εἶναι ὄργανον τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος κατά τό: «Ὁ Θεός, τό πᾶν εἰργάσατο» (Ἰω. Χρυσ., Ὁμιλία κδ' ΕΠΕ 16Α, σ.22). Πρόκειται λοιπόν γιά τήν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στό ὄνομα τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος πραγματοποιεῖται ἡ Βάπτιση. Ὄχι μόνο στό Θεό Πατέρα ἤ στό Χριστό ἤ στό Ἅγιο Πνεῦμα ἁπλῶς. Ἡ Ἁγία Τριάς εἶναι τό θεμελιῶδες δόγμα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί αὐτό θά ἀκολουθήσει ὁ βαπτιζόμενος ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Γίνεται, λοιπόν, σύμφωνα καί μέ τούς λόγους τοῦ Κυρίου «πορευθέντες μαθητεύσατε... βαπτίζοντες... εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19).

     Τό ὅτι στήν Ἁγία Γραφή γίνεται λόγος καί περί βαπτίσματος ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 2,38˙ 8,16. Ρωμ. 6,3. Γαλ. 3,27) οὐδόλως σημαίνει ὅτι τό Βάπτισμα δέν ἐγίνετο στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλοῖ προφανῶς τό Βάπτισμα ἐν τῇ πίστει πρός τόν Χριστόν ἤ τό ὑπό τοῦ Χριστοῦ ἱδρυθέν Βάπτισμα, ἤ τό Βάπτισμα τό πρός τόν θάνατον τοῦ Χριστοῦ συναπτόμενον». (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, PG 94,1117).

     Ἕνα συναφές θέμα εἶναι καί ἐκεῖνο τῆς ὀνοματοδοσίας ἤ ὀνοματοθεσίας. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά γίνει μία διευκρίνηση ὅτι δηλ. ἡ ὀνοματοδοσία ἤ ὀνοματοθεσία δέν εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μέ τό βάπτισμα ὑπό τήν ἔννοια ὅτι τό ὄνομα κανονικά δίδεται κατά τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τή γέννηση τοῦ παιδιοῦ, ὅπως δείχνει καί ἡ περίπτωση τοῦ Κυρίου ὅτι «καί ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτώ τοῦ περιτεμεῖν τό παιδίον καί ἐκλήθη τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς» (Λουκ. 2,21). Στή βάπτιση ἔχουμε μέ τήν ἐκφώνηση τοῦ ὀνόματος τοῦ βαπτιζομένου τήν ἐπίσημη ἀνακοίνωση καί τήν ἐπισφράγιση. Ἕνα ἄλλο ζήτημα τό ὁποῖο ἔχει σχέση μέ τό ὄνομα εἶναι ἐκεῖνο τῆς ἀποφυγῆς νά δίδωνται ὀνόματα στό παιδί μή χριστιανικά. Καλόν εἶναι νά ἀποφεύγονται ὀνόματα πού ὑπενθυμίζουν πρόσωπα ἤ καταστάσεις ἁμαρτωλές ἤ αἱρετικές ἤ ἐχθρικές, ἐγκληματικές πράξεις ἤ εἰδωλολατρικές συνήθειες. Τό μικρό ἤ τό κύριο ὄνομα τό ὁποῖο δίδεται στόν βαπτιζόμενο πρέπει νά ὑπενθυμίζει ἤ νά ὑποδηλώνει ἕνα γεγονός ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἤ νά εἶναι τό ὄνομα ἑνός ἁγίου ἀπό τούς τόσους ἁγίους ἄνδρες καί γυναῖκες πού ὑπάρχουν στό Ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Σαφῶς τό τονίζουμε, ὅτι ἐφ' ὅσον ζοῦμε στόν πνευματικό χῶρο τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τά ὀνόματα πού δίδονται στά παιδιά πρέπει νά εἶναι χριστιανικά, ὀνόματα ἁγίων, γιά νά ἀποτελοῦν οἱ ἅγιοι γιά τόν ἄνθρωπο πού φέρει τό ὄνομά τους, πρότυπο ἁγιότητος βίου καί παράδειγμα πρός μίμηση ἀρετῆς καί εὐσεβείας πρός τόν Θεό.

     Ὁ ἱερός Χρυσόστομος συμβουλεύει, ἐν προκειμένῳ, οἱ πιστοί Χριστιανοί, νά ἀπονέμουν «τοῖς ἑαυτῶν παιδίοις οὐ τάς τυχούσας προσηγορίας , ἀλλά τῶν ἁγίων ἀνδρών, τῶν ἀρετῇ διαλαμψάντων, τήν πολλήν παρρησίαν πρός τόν Θεόν ἐσχηκότων» (PG 53,179). Ἀλλά ἡ Ἐκκλησία θά ἀγκαλιάσει καί ἄλλα ὀνόματα ἀπό τήν ἀρχαία μας ἑλληνική ἱστορία, καί τό κάνει ἤδη αὐτό, μέ τήν εὐχή καί τήν ἐλπίδα ὁ νέος Χριστιανός πού φέρει τό ἀρχαιοελληνικό ὄνομα, νά τό ἁγιάσει καί νά τό ἐξυψώσει στό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ποιός ξέρει, μπορεῖ μία ἡμέρα ἀνά τούς αἰῶνες, αὐτός ὁ Χριστιανός νά καταταγεῖ καί ἐπίσημα στούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀκόμη μποροῦμε νά δεχθοῦμε «κατ' οἰκονομίαν» καί ἕνα ὄνομα τό ὁποῖο ἐκφράζει κάποια ἀρετή.

     Θέμα τίθεται στήν περίπτωση κατά τήν ὁποία οἱ γονεῖς διαφωνοῦν ὡς πρός τό ὄνομα τοῦ παιδιοῦ, ἰδίως ἐάν εὑρίσκωνται σέ διάσταση τῆς συζυγίας τους ἤ ἔχουν διαζευχθεῖ, τότε ὁ ἱερεύς – ἐφημέριος δέν ἐπιτρέπεται νά τελέσει τήν βάπτιση. Σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 1512 ΑΚ «ἄν οἱ γονεῖς διαφωνοῦν κατά τήν ἄσκηση τῆς γονικῆς μέριμνας καί τό συμφέρον τοῦ τέκνου ἐπιβάλλει νά ληφθεῖ ἀπόφαση, ἀποφασίζει τό δικαστήριο». Κατά συνέπεια, ὁ ἱερεύς μπορεῖ νά τελέσει τήν βάπτιση μόνον ἐάν ὑπάρχει δικαστική ἀπόφαση, ἡ ὁποία νά ἐπιτρέπει τήν βάπτιση τοῦ τέκνου κατά τό ὀρθόδοξο δόγμα καί μέ συγκεκριμένο ὄνομα, τό ὁποῖο νά προσδιορίζεται ρητῶς στή δικαστική ἀπόφαση.

*

    

     Μετά τήν βάπτιση, ἀκολουθεῖ ἡ τριχοκουρία καί ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Χρίσματος μέ τά λόγια: «Σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν». Ἔπειτα ἔχουμε τήν ἔνδυση τοῦ φωτισθέντος. Μερικά ἄλλα σημεῖα τά ὁποῖα πρέπει νά προσεχθοῦν γιά τήν σοβαρότητα τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος ἀλλά καί γιά τήν σημασία καί τόν θεολογικό συμβολισμό τους εἶναι τά ἑξῆς: α). Τά ἐνδύματα τοῦ νεοφωτίστου. Αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀποκλειστικῶς λευκά, διότι ἔτσι συμβολίζεται ἡ πνευματική καθαρότητα καί λαμπρότητα πού προῆλθε ἀπό τό ἅγιο Βάπτισμα. Τά λευκά ἐνδύματα εἶναι σύμβολα τῆς ἀφέσεως κάθε ἁμαρτίας καί τῆς ἀφθαρσίας πού παρέχεται ἀπό τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος στόν ἐκ τῆς κολυμβήθρας ἐξερχόμενο νεοφώτιστο.

β). Ἡ βαπτιστική λαμπάδα, πού εἶναι σύμβολο τοῦ πνευματικοῦ φωτός πού ἔλαμψε στόν βαπτισθέντα, δέν μπορεῖ νά ἐπισκιάζεται μέ ἄκριτα καί ἀπαράδεκτα καί συνάμα μή συμβατά μέ τή σοβαρότητα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου ἀντικείμενα τοῦ ἐμπορίου καί τῆς μόδας, ὅπως ἀπομιμήσεις ζώων, παιγνίδια, κοῦκλες κλπ. Γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ θεολόγος: «Αἱ λαμπάδες ἅσπερ ἀνάψεις, τῆς ἐκεῖθεν φωταγωγίας μυστήριον, μεθ' ἧς ἀπαντήσομεν τῷ νυμφίῳ». (PG 36,425).

γ). Ὁ Σταυρός τόν ὁποῖο θά φορέσει στό λαιμό τό νήπιο ἀμέσως μετά τό Βάπτισμα του θά πρέπει νά εἶναι κανονικός Σταυρός καί ὄχι κάποιο κόσμημα πού ἔχει περίπου τό σχῆμα τοῦ Σταυροῦ ὅπως παράδειγμα πολύ μοντέρνας τέχνης, δυστυχῶς, σταυροί πού ἀλλοιώνουν τό σχῆμα τοῦ Σταυροῦ.  

     Ἀκολουθεῖ ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας γιά τό νέο μέλος της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τόν ἀρχαῖο ὕμνο «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε, Ἀλληλούϊα». Ὁ ἱερεύς κρατῶντας τό Ἱ. Εὐαγγέλιον θυμιᾶ τήν κολυμβήθρα περιερχόμενος αὐτήν γύρωθεν μετά τοῦ ἀναδόχου ἱσταμένου ἐνώπιόν του καί βαστάζοντος τό νεοφώτιστο νήπιο. Ὁ ὕμνος ὁ ὁποῖος ψάλλεται εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του (Γαλ. γ',27) καί σημαίνει ὅτι ὁ νεοφώτιστος ἑνώθηκε μέ τόν Χριστό καί εἶναι πλέον καί «υἱός Θεοῦ» κατά χάριν, δηλ. ἐνδεδυμένος μυστικῶς, πνευματικῶς μέ τόν Χριστό καί καθίσταται καί συγκληρονόμος στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀκολουθεῖ τό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή, τήν θεολογικοτάτη, τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Ρωμ. στ', 3-11) στό ὁποῖο παρομοιάζεται ἡ βάπτιση μέ τήν τριήμερο ταφή καί ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ὑπογραμμίζεται ὅτι ἔφυγε πλέον ἡ παλαιότητα χωρίς Χριστό ἀνθρώπου καί ἤδη μέ τό βάπτισμα ἄρχεται ἡ καινή κτίσις ἐν Χριστῷ. Ἔπειτα ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἀπό τό τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου (κη',16-20) ὅπου τονίζεται ὅτι τό βάπτισμα εἶναι ὄντως ἐντολή τοῦ Κυρίου, ἕνα θεοΐδρυτο ἱερό Μυστήριο. Μετά ἀπό τίς εὐχές τῆς ἀπολούσεως ὁ ἱερεύς ποιεῖ τήν ἀπόλυσιν. Μετά τό «Δι' εὐχῶν» ἡ μητέρα προσκυνεῖ τίς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στό τέμπλο τοῦ Ναοῦ, κάμνει μετάνοια (στόν/στήν) ἀνάδοχο, ἀσπάζεται τό χέρι (του-της) καί λαμβάνει τό νεοφώτιστο νήπιο.

*

     Τό Βάπτισμα, λοιπόν, εἶναι ἱερότατο μυστήριο καί μάλιστα μυστήριον μή ἐπαναλαμβανόμενον καθ' ὅτι ἕν βάπτισμα ὑπάρχει, τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ ὅλη τελετουργία του εἶναι γεμάτη ἀπό ὑψηλά νοήματα καί βάθος θεολογίας καί συμβολισμούς ἁγιότητος. Μέ τό βάπτισμα γινόμεθα χριστιανοί καί μάλιστα ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Ἡ δέ ἁμαρτία μέ τό βάπτισμα ἐξαφανίζεται καί μάλιστα τό προπατορικόν ἁμάρτημα καί κάθε ἁμαρτία καί ἔτσι ἀρχίζει ὁ καλός πνευματικός ἀγῶνας ἐν Χριστῷ. Ἔρχεται πλέον ἡ θεία Χάρις. Τό μυστήριο γίνεται, τῷ ὄντι, «λουτρόν παλιγγενεσίας» καί ἡ ἱερά κολυμβήθρα γίνεται «μήτηρ τῆς υἱοθεσίας». «Μεῖζον τῶν ὁρωμένων ἐστί τό μυστήριον» θά πεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν περίφημο λόγο του «Εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα» (PG 36,393).

     Ἡ πρώτη γέννηση πού ἔγινε ἀπό τούς γονεῖς μας, ἦταν σαρκική, μᾶς μετέδωσε τήν σωματική ζωή καί συγχρόνως τήν ἁμαρτία. Ἦταν «γέννησις νυκτερινή καί δούλη καί ἐμπαθής». Ἡ δευτέρα ὅμως γέννηση εἶναι «ἡμερινή καί ἐλευθέρα καί λυτική παθών, πᾶν τό ἀπό γενέσεως κάλυμμα περιτέμνουσα καί πρός τήν ἄνω ζωήν ἐπανάγουσα» πάλιν θά θεολογήσει ὁ Ναζιανζηνός (PG 36, 360-61). Αὐτή ἡ καινούργια γέννηση, συνεχίζει νά μᾶς μεταδίδει τήν ἐν Πνεύματι, τήν ἁγία, τήν αἰώνιο ζωή. Στήν πρώτη γέννηση, γεννήτορες ἦσαν οἱ γονεῖς. Στή νέα εἶναι τό Ἅγιον Πνεῦμα! Μέ τό βάπτισμα ἔγινε ἡ καταγραφή τοῦ ὀνόματός μας στίς δέλτους τῆς οὐρανίου βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πόσο κορυφαῖο εἶναι τοῦτο!

     Καί τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στήν ἀρχαία Ἐκκλησία κυρίως ἐτελεῖτο τό Πάσχα, τήν Διακαινήσιμο Ἑβδομάδα γιατί πράγματι εἶναι ἕνα πασχάλιο μυστήριο ἀφοῦ ἔχουμε μ' αὐτό τήν νέκρωση τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» καί τήν ἀνάσταση, ἀναγέννηση καί ἀνακαίνιση τοῦ «καινοῦ» ἀνθρώπου, τοῦ νέου κατά Χριστόν.

     Μυστήριον, λοιπόν, τό βάπτισμα «ὑψηλόν τε καί θεῖον» καί «μεῖζον τῶν ὁρωμένων ἐστί τό μυστήριον», φώτισμα «τό κάλλιστον καί μεγαλοπρεπέστατον» κατά τίς ὡραῖες φράσεις τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ἀλήθεια, πόσο πρέπει νά μᾶς συνέχει ἡ τέλεση αὐτοῦ τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου κληρικούς τε καί λαϊκούς!


Εκτύπωση   Email