Περί τῆς νεκρωσίμου ἀκολουθίας

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

 

     Ἡ Νεκρώσιμος Ἀκολουθία, ἄλλως ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία, ἤτοι εἰς κεκοιμημένους Ἀκολουθία, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ψάλλεται στόν Ἱ. Ναό, ὅταν ἔχουμε ἕνα κεκοιμημένο συνάνθρωπό μας. Πρωτίστως, εἶναι προσευχή γιά τόν κεκοιμημένο, τόν νεκρό πού ἔχουμε ἐνώπιόν μας. Ὡστόσο προσφέρει μεγάλη ὠφέλεια, διδακτική καί παραμυθητική καί στούς ζῶντες. Περιέχει τροπάρια πολύ συγκινητικά, τά ὁποῖα καταδεικνύουν τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου καί τό ἐφήμερο, τό πρόσκαιρο τῶν πραγμάτων τῆς ζωῆς αὐτῆς.

     Ὅλα ὅσα λέγονται στήν Νεκρώσιμο Ἀκολουθία, ὁ Ἄμωμος, τά Εὐλογητάρια, οἱ Μακαρισμοί, τό Ἀποστολικό καί τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα κρύβουν μεγάλη σοφία γιά τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ἡ ζωή ἀλλά καί ἡ μετά θάνατον ζωή.

     Ἰδιαίτερα, τά σπουδαιότατα τροπάρια (τά Ἰδιόμελα) κατ' ἦχον, τά συνέθεσε ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐκεῖ πού ἀσκήτευε στήν Ἱ. Μονή τοῦ Ὁσίου Σάββα στή Παλαιστίνη. Τυγχάνουν ὑψηλοῦ θεολογικοῦ καί πνευματικοῦ ἐπιπέδου τροπάρια, τά ὁποῖα συνέχουν, συγκινοῦν καί προβληματίζουν γιά ὅλα τά ὑπαρξιακά θέματα.

     Ἡ συνήθης Νεκρώσιμος Ἀκολουθία ψάλλεται εἰς ἅπαντας τούς κεκοιμημένους, βασιλεῖς τε καί πατριάρχες καί ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, εἰς ἄνδρας τε καί γυναῖκας, μικρούς τε καί μεγάλους. Μάλιστα, ὅταν παρίσταται Ἀρχιερεύς, τότε ἔχουμε δύο συγχωρητικές εὐχές, ἐπί πλέον ἀπό τήν συνήθη «Ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καί πάσης σαρκός...».Οἱ συγχωρητικές αὐτές εὐχές τίς ὁποῖες λέγει ὁ Ἀρχιερεύς ἔχουν ὡς βασικό περιεχόμενο τήν ἀπαλλαγή τοῦ κεκοιμημένου ἀπό κάθε κατάρα καί ἀφορισμό. Ἐπίσης ὑπάρχει μία διαφοροποίηση τῆς Ἀκολουθίας ἐπί κληρικῶν καθ' ὅτι εἴθισται ὅπως στά «Εὐλογητάρια» προστίθενται ἀκόμη ἄλλα δύο καί ἡ συγχωρητική εὐχή εἶναι πάλιν διαφορετική εἰς κεκοιμημένον ἱερέα. Ἔπειτα τούς κληρικούς «ντύνουν» τό λείψανο ἀποκλειστικά ἱερεῖς καί ἔχουν ὅλη τήν ἐπιτάφια φροντίδα. Ἐπίσης ἄλλη εἶναι ἡ Νεκρώσιμος Ἀκολουθία ἡ ὁποία ψάλλεται εἰς μοναχούς πραγματικά τεταγμένη εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν ὁλοκληρωτικά τήν ζωή τους στό Θεό καί ἔζησαν τήν ἰσάγγελον πολιτεία. Ὀφείλουμε ἀκόμη νά σημειώσουμε ὅτι εἶναι διαφορετική ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία τήν Διακαινήσιμο Ἑβδομάδα ἕνεκεν τοῦ ἀναστασίμου χαρακτῆρος τῆς ὅλης αὐτῆς ἑβδομάδος. Τέλος διαφορετική εἶναι καί ἡ Νεκρώσιμος Ἀκολουθία εἰς νήπια (δηλ. ἡλικία κάτω τοῦ 7ου ἔτους).

     Μετά τήν νεκρώσιμο Ἀκολουθία ἀκολουθεῖ ἡ ταφή τοῦ νεκροῦ. Στό σημεῖο αὐτό ὀφείλουμε νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θέλει καί πραγματοποιεῖ τήν ταφή τοῦ νεκροῦ. Ἀποδοκιμάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ καύση τῶν νεκρῶν. Καί τοῦτο διότι σύμφωνα μέ τήν θεία διδασκαλία τό σῶμα εἶναι «ναός τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος» (Α' Κορ. στ',19).

     Ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς συμβουλεύει νά ἀναδείξουμε τά σώματά μας «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ» (Ρωμ. ιβ',1) καί συνάμα μᾶς προσκαλεῖ νά δοξάζουμε τόν Θεόν μέ τό σῶμα μας. (Α' Κορ. στ',20). Ὡραία μᾶς λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος: «Γεῶδες ἐστί (τό σῶμα) ἀλλ' ἐάν θέλω, οὐράνιον γίνεται... καί μᾶς τό ἔδωκε ὁ Θεός «ἀπό γῆς, ἵνα καί αὐτό εἰς οὐράνιον ἀναγάγωμεν, οὐχ ἵνα δι' αὐτοῦ καί τήν ψυχήν εἰς γῆν κατεσπῶμεν» (PG 62,585). Ἔτσι τό φθαρτό σῶμα ἐνῶ θάπτεται στή γῆ, μία ἡμέρα θά ἐνδυθεῖ ἀφθαρσία καί θά λάμψει στόν οὐρανό κατά τόν Ἀπ. Παῦλον πού λέγει: «Τό θνητόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α' Κορ. 15,53).

     Ὁλόκληρη ἡ Πατερική διδασκαλία διδάσκει αὐτόν τόν σεβασμό στό ἀνθρώπινο σῶμα ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τόν σεβασμό στόν νεκρό καί ἀκόμη παρέχει ὡς διδασκαλία τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως.

     Οἱ πρῶτοι χριστιανοί τιμοῦσαν ὅλως ἰδιαιτέρως τούς κεκοιμημένους τους. Οἱ Κατακόμβες ἦσαν τά ἱερά τους κοιμητήρια. Ἐκεῖ βασίλευε ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα στήν ἀνάσταση. Δέν ὑπῆρχε ἡ ἀπελπισία ἐνώπιον τοῦ θανάτου ἀλλά μία εἰρηνική ἀντιμετώπιση. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι σωζόμενες ἐπιτάφιες ἐπιγραφές γράφουν: «Ἐν εἰρήνῃ», «Εἰρήνη σοί ἐν οὐρανῷ», «Σοί δόξα ἐν Χριστῷ», «Μνησθείη σου, τέκνον, ὁ Κύριος» κἄ. Ἔτσι ὅταν λέγουμε κηδεία σημαίνει ὅτι μεριμνοῦμε γιά τό νεκρό σῶμα, προπέμπουμε τόν κοιμηθέντα στόν τάφο, μέ ἀπόλυτο σεβασμό καί τιμή.

     Μάλιστα τά ὀστᾶ τῶν μαρτύρων ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους τά θεωροῦσαν «τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν καί δοκιμώτερα ὑπέρ χρυσίου» (PG 5, 1044 A) καί εἰδικότερα στό Μαρτύριο τῆς ἁγίας Περπέτουας ἀναφέρεται προσευχή τῆς μάρτυρος γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀδελφοῦ της ὀνόματι Δεινοκράτη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποθάνει μικρό παιδί. Ὁ Τερτυλλιανός ἀναφέρεται καί στό γεγονός ὅτι κάθε χρόνο στήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τῶν κεκοιμημένων τελοῦσαν Θεία Λειτουργία. Τό ἴδιο γράφει καί ὁ Ἱ. Κυπριανός. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρει ὅτι τό σκήνωμα τοῦ Μεγ. Βασιλείου τό μετέφεραν ἱερεῖς καί ὅτι «αἱ ψαλμωδίαι θρήνοις ὑπερνικώμεναι» (PG 36,601B). Ὁ ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης γράφει γιά τήν ἀδελφή του Μακρίνα. Ἀξίζει νά παραθέσουμε τά τῆς ὅλης τελετῆς. «Καί αἱ ψαλμωδίαι τῶν παρθένων τοῖς θρήνοις καταμιχθεῖσαι περιήχουν τόν τόπον... πάντες οἱ περιοικοῦντες ἐπί τόν τόπον συνέρρεον, ὡς μηκέτι τό προαύλιον ἱκανόν εἶναι χωρεῖν τούς συντρέχοντας. Τῆς οὖν παννυχίδος, περί αὐτήν ἐν ὑμνωδίαις, καθάπερ ἐπί μαρτύρων πανηγύρεως, τελεσθείσης   ἐπειδή ὄρθρος ἐγένετο, τό μέν πλῆθος τῶν ἐκ πάσης τῆς περιοικίδος συρρυέντων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, ἐπεθορύβει ταῖς οἰμωγαῖς τήν ψαλμωδίαν» (PG 46, 992C). Ὁ δέ Ἱ. Χρυσόστομος περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά: « Εἰπέ μοι, τί βούλονται αἱ λαμπάδες αἱ φαιδραί; Οὐχ ὡς ἀθλητάς αὐτούς προπέμπομεν; Τί δέ οἱ ὕμνοι; Οὐχί τόν Θεόν δοξάζομεν καί εὐχαριστοῦμεν ὅτι λοιπόν ἐστεφάνωσε τόν ἀπελθόντα; Οὐ διά τοῦτο ὕμνοι; Οὐ διά τοῦτο ψαλμωδίαι; Ἐννόησον τί ψάλλεις κατά τόν καιρόν ἐκεῖνον: ''Επίστρεψον, ὦ ψυχή μου, εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐεργέτησέ σε''. Καί πάλιν ''Οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σύ μετ' ἐμοῦ εἶ''. Καί πάλιν ''Σύ μου εἶ καταφυγή ἀπό θλίψεως τῆς περιεχούσης με''. Ἐννόησον τί βούλονται οὗτοι οἱ ψαλμοί» (PG 63,43).

     Συνεπῶς τό σῶμα τοῦ νεκροῦ μας δέν εἶναι γιά καύση καί ἀποτέφρωση. Τοῦτο ἀντιβαίνει στή χριστιανική διδασκαλία καί παράδοση αἰώνων. Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τήν ὑπ' ἀριθμ. 2959/29-10-2014 Ἐγκύκλιόν της ἀποφαίνεται ἐπί τοῦ θέματος τούτου τά ἐξῆς: «Ἡ Ἐκκλησία δὲν δέχεται γιὰ τὰ µέλη Της τὴν ἀποτέφρωση τοῦ σώµατος, διότι τοῦτο εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος (Α΄ Κορ. 6, 19), στοιχεῖο τῆς ὑποστάσεως τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁµοίωσιν Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρώπου (Γεν. 1, 24), καὶ περιβάλλει αὐτὸ µὲ σεβασµὸ καὶ τιµὴ ὡς ἔκφραση ἀγάπης πρὸς τὸ κεκοιµηµένο µέλος Της καὶ ὡς ἐκδήλωση πίστεως στὴν κοινὴ πάντων ἀνάσταση...». Καί συνεχίζει: «Κατόπιν τούτου, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος ἀπεφάσισε νά ἐνημερώσει στό πλαίσιο τῆς ἀγρύπνου ποιμαντικῆς φροντίδος Της, τό εὐσεβές Αὐτῆς πλήρωμα, κληρικούς καί λαϊκούς, γιά τίς ἀκόλουθες κανονικές συνέπειες τῆς ἀποτεφρώσεως τοῦ σώματος:

  • Ἡ ἀποτέφρωση τοῦ σώματος δέν εἶναι σύμφωνη πρός τήν πράξη καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιά θεολογικούς, κανονικούς καί ἀνθρωπολογικούς λόγους.
  • Πρός ἀποφυγήν οἱασδήποτε θεολογικῆς, κανονικῆς καί ἀνθρωπολογικῆς ἐκτροπῆς, ἀπαραίτητος εἶναι ὁ σεβασμός τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων καί ἡ διακρίβωση τῆς οἰκείας βουλήσεως τοῦ κεκοιμημένου καί ὄχι ἡ βούληση ἤ ἡ δήλωση τῶν οἰκείων του.
  • Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποδεδειγμένως οἰκειοθελῶς ἐδήλωσε τήν ἐπιθυμία περί καύσεως τοῦ σώματός του, δηλώνει τήν αὐτονόμησή του ὡς ἐκ τούτου δέν τελεῖται Νεκρώσιμος Ἀκολουθία καί Ἱερό Μνημόσυνο ὑπέρ αὐτοῦ.

     Παρά ταῦτα, ἐπαφίεται στήν ποιμαντική σύνεση καί τήν διακριτική εὐχέρεια τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου ἡ τέλεση ἁπλῶς Τρισαγίου».

     Περαιτέρω θά πρέπει νά δοθεῖ ἰδιαίτερη προσοχή καί στόν στολισμό ἐν γένει τῆς κηδείας. Δέν πρέπει νά ἐπικρατεῖ ἡ ὑπερβολή καί ἡ ἀμετρία, ἀλλά ἡ ἁπλότητα καί ἡ διάκριση.

     Οἱ ἐπικήδειοι λόγοι θά πρέπει νά εἶναι ὅσον τό δυνατόν σύντομοι. Καμμία σχέση μέ τήν χριστιανική μας πίστη δέν ἔχουν λέξεις καί φράσεις ὅπως «κακή μοῖρα», «χαμός» κἄ πού πρέπει νά ἀποφεύγονται. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ τάφου δέν θά πρέπει νά ἐκδηλώνονται πάσης φύσεως εἰδωλολατρικά ἔθιμα (π.χ. σπάσιμο πιάτων κἄ) τά ὁποῖα δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τόν νεκρό καί κυρίως μέ τήν χριστιανική μας ἰδιότητα καί τήν πίστη μας στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, οὔτε βέβαια πρέπει νά τίθενται ἐπί τῆς μαρμαρίνης πλακός τοῦ τάφου παραστάσεις ἄσχετες μέ τήν χριστιανική διδασκαλία, ὅπως κλαψοπούλια κἄ, ἀλλά μόνον ὁ Σταυρός. Αὐτό εἶναι τό διακριτικόν σῆμα τοῦ χριστιανικοῦ τάφου. Κανένας τάφος χωρίς Σταυρόν. Καί βεβαίως ἐπί τῆς πλακός νά γράφεται τό ὀνοματεπώνυμον καί ἡ χρονολογία γεννήσεως καί κυρίως τῆς τελευτῆς τοῦ ταφέντος νεκροῦ. Ἐπίσης πρέπει νά τίθεται ἡ φωτογραφία του θανόντος, καί βεβαίως κανδήλα καί ἀνθοδοχεῖα. Χριστιανικές ἐπιγραφές πού μπορεῖ νά ἀναγραφοῦν εἶναι οἱ παρακάτω:

«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή  ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται» (Ἰω. ια', 25).

«Μακάριοι οἱ νεκροί ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ' ἄρτι» (Ἀποκ. ιδ', 13).

«Ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰω. ε',24).

«Ἀναστήσονται οἱ νεκροί καί ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις» (Ἡσαΐας. κστ', 19).

«Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» (Ἀπό τό Σύμβολο τῆς πίστεως).

«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν» τοῦ Ἱ. Χρυσοστόμου.

     Αὐτές οἱ παραπάνω ἐνδεικτικές ἐπιγραφές δηλώνουν τήν χριστιανική πίστη στό Χριστό καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

     Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε τήν τόσο συγκινητική περιγραφή πού ἔχει γραφεῖ στόν τάφο τοῦ εὐλαβοῦς ἀειμνήστου ἱερέως Μάρκου Τσακτάνη (†1924) τήν πολύ χαρακτηριστική γιά ἱερέα: «Ἐάν ἐμοί διακονῇ τις, ἐμοί ἀκολουθείτω˙ καί ὅπου εἰμι ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται˙ καί ἐάν τις ἐμοί διακονῇ, τιμήσει αὐτόν ὁ πατήρ». (Ἰω. ιβ', 26). Ἔνδειξη τιμῆς πρός τά σώματα τῶν νεκρῶν εἶναι καί τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία διά τον ἱερῶν κανόνων της ἀπαγόρευσε τήν τυμβωρυχία (κανόνες ξστ' Μεγ. Βασιλείου καί ζ' Γρηγορίου Νύσσης). Στούς τάφους ἀκόμη πρέπει νά ἐπιτελοῦνται Τρισάγια καί εἶναι ἡ ὕπαρξή τους σημεῖο παρηγορίας, προσευχῆς καί ἀγαθῆς ἀνάμνησης τῶν ζώντων καί μάλιστα τῶν συγγενῶν τοῦ κεκοιμημένου. Ἔτσι ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική παράδοση θέλει τό σῶμα νά τεθεῖ στόν τάφο, νά ἀποδοθεῖ στή μάνα γῆ σύμφωνα μέ τήν θεία ἐντολή «ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τήν γῆν, ἐξ ἧς ἐλείφθην, ὅτι γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ',19). Κατά τήν χριστιανική διδασκαλία τά σώματα τῶν νεκρῶν μέλλουν ν' ἀναστηθοῦν τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας καί ἐνδόξου παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτό καί οἱ νεκροί ὀνομάζονται «κεκοιμημένοι» καί κατά τόν Ἱ. Χρυσόστομον «Οὐκέτι γάρ οὐδέ θάνατον αὐτόν προσαγορεύομεν, ἀλλά κοίμησιν καί ὕπνον» (ΕΠΕ 3, ὁμιλ. κθ', 24-25), τόν θάνατον καί οἱ τόποι ταφῆς τους, «κοιμητήρια». Αὐτή εἷναι ἡ σωστή ὀνομασία «Κοιμητήρια» καί ὄχι νεκροταφεῖα.

     Ὅσον ἀφορᾶ τήν περίπτωση τῶν αὐτοκτονούντων ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀποφανθεῖ τά ἐξῆς: «…Ἡ  Ἱερά Σύνοδος ἐρειδομένη ἐπί τῶν θείων καί ἀμωμήτων ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως καί Ὁμολογίας καί ἔχουσα πρό ὀφθαλμῶν τόν ὑπό τῆς ἐν Τρούλλῳ ΣΤ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου κυρωθέντα ΙΔ' Κανόνα τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας περί τῶν αὐτοχείρων, καταδικάζει τήν αὐτοκτονίαν ὡς πρᾶξιν ἐναγῆ καί ἄντικρυς πολεμίαν τῆς ἀληθοῦς εὐαγγελικῆς κατά Χριστόν ζωῆς καί πολιτείας, ἀπαγορεύουσα τήν Ἐκκλησιαστικήν Ταφήν εἰς τούς ἐν ὑγιεῖ διανοητικῇ καταστάσει αὐτοκτονοῦντας, συμφώνως τῷ μνημονευθέντι Κανόνι τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, διότι οὗτοι ἐξέρχονται τοῦ βίου ἐν ἀπιστίᾳ καί ἀμετανοησίᾳ, μή ἐπιρρίπτοντες ἐπί Κύριον τήν μέριμναν αὐτῶν καί συμπεριφέρονται ὡς «οἱ λοιποί, οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα» (Α' Θεσσαλ. 4,13).

     Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐν τῇ ἀδιαλείπτῳ μερίμνῃ Αὐτῆς ὑπέρ τοῦ ἐμπεπιστευμένου εἰς τήν πνευματικήν αὐτῆς χειραγωγίαν πιστοῦ Λαοῦ, φιλανθρωπευομένη ἐπί τούς αὐτόχειρας καί κηδομένη πνευματικῶς αὐτῶν, γνοῦσα ὅτι Κύριος ὁ Θεός, ὁ ἐρευνῶν τά βάθη τῆς καρδίας ἑκάστου, ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς, ἔστησεν «ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τήν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ» (Πράξ. 17,31), ἔκρινεν ὅπως τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης ἐξαιροῦνται καί κηδεύωνται ἐκκλησιαστικῶς, ἐάν συντρέχῃ εἰς τό πρόσωπον αὐτῶν εἷς ἐκ τῶν κατωτέρω λόγων:

1.Ὅταν ὁ αὐτόχειρ, κατά τόν χρόνον τῆς αὐτοχειρίας αὐτοῦ εἶναι «έκφρενής», ὅταν δηλονότι πάσχῃ ἐκ πνευματικῆς νόσου τοιαύτης, ὥστε νά μήν δύναται νά ἀντιληφθῇ τήν σημασίαν τῆς πράξεως αὐτοῦ.

2.Ὅταν ὁ αὐτόχειρ «δέν ἔχει ἑαυτόν», ἤτοι ὅταν δι' οἱονδήποτε λόγον δέν ἔχει συνείδησιν τῶν πραττομένων ὑπ' αὐτοῦ καί προκαλεῖ τόν θάνατον ἐν ἀνυπαιτίῳ πλήρει ἀπαλείψει τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ. Περιπτώσεις θανάτου αὐτοχείρων ἐν ἀνυπαιτίῳ ὑπνοβασία, ἐν ἀνυπαιτίῳ καταστάσει παραισθήσεων, σεληνιασμοῦ, ἀναισθησίας, πλήρους ἀνυπαιτίου μέθης κ.λπ.

3.Ὅταν προκαλῇ τις τόν θάνατον εἰς ἄσκησιν ἄλλου καθήκοντος αὐτοῦ, ἀπορρέοντος ἀπό τήν κανονικήν διδασκαλίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἤ ἐρειδόμενον ἐπ' αὐτῆς, ἤ συγχωρούμενον ὑπ' αὐτῆς. Περιπτώσεις ἑκουσίου μαρτυρίου ὑπέρ ἄλλων ἀνθρώπων καί πρός σωτηρίαν τῆς ζωῆς αὐτῶν καί γενικῶς εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κατά τήν ὁποίαν συντρέχει λόγος δυνάμενος νά θεμελίωσῃ εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν τήν ἄρσιν τοῦ ἀδίκου χαρακτῆρος τῆς πράξεως τῆς αὐτοκτονίας, ἤ τήν ἄρσιν τοῦ καταλογισμοῦ.

4.Ὅταν ὁ αὐτόχειρ προκαλῇ τόν θάνατόν του, ἐξ ἀνακλαστικῆς κινήσεως τήν ὁποίαν δέν ἐλέγχει, ἄν καί ἔχει συνείδησιν τῶν πραττομένων, ὡς ἐπί θανατηφόρου κινήσεως «σπαστικοῦ» ἀτόμου.

5.Ὅταν ὁ αὐτόχειρ προκαλῇ τόν θάνατόν του ἐξ ἀμελείας ἤ τυχαίως εἰς περιπτώσεις διαφόρων ἀτυχημάτων.

6.Ὅταν ὁ αὐτόχειρ μετανοήσῃ διά τήν πρᾶξιν, κατά πάντα χρόνον καί μέχρι τοῦ θανάτου του.

7.Ὁσάκις ὑφίσταται ἀμφιβολία ὑπάρξεως ἤ μή ἑνός τῶν ἀνωτέρω λόγων εἰς τό πρόσωπον τοῦ αὐτόχειρος. Ἐάν δηλονότι ἀμφιβάλλῃ κατά συνείδησιν ὁ ἔχων τήν εὐθύνην τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως ἐκκλησιαστικῆς κηδεύσεως τοῦ αὐτόχειρος, ἤτοι ὁ οἰκεῖος Ἐπίσκοπος, ὡς πρός τό ἐάν κατά τόν χρόνον τῆς αὐτοκτονίας συνέτρεχεν εἰς τῶν ἀνωτέρω λόγων, ἐν τοιαύτῃ ἀμφιβολίᾳ ὀφείλει νά ἀποφασίσῃ τήν κήδευσιν τοῦ αὐτόχειρος. Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, πλήν τῶν ἀνωτέρω ἀναφερομένων, ὁ αὐτόχειρ δέν κηδεύεται ἐκκλησιαστικῶς κατ' ἐφαρμογήν τοῦ ΙΔ' Κανόνος τοῦ  Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας.

     Τάς περιπτώσεις τῆς ἕνεκα ἀλλοιώσεως καί παθήσεως τῶν φρενῶν ἐλλείψεως τῆς συνειδήσεως τῶν πραττομένων καί ὅταν ὁ αὐτόχειρ «δέν ἔχει ἑαυτόν», βεβαιοῦν ἐγγράφως δύο τουλάχιστον ἐπιστήμονες ἰατροί, δόντες τόν δι' ἰατροδικαστικάς πράξεις νενομισμένον ὅρκον».

     Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὅλα πρέπει νά ἐπιτελοῦνται μέ σοβαρότητα, ἱεροπρέπεια καί τιμή πρός τούς νεκρούς μας. Καί στά θέματα τῆς κηδείας, τῆς νεκρωσίμου Ἀκολουθίας καί τῆς ταφῆς εἶναι ἀνάγκη νά ἐφαρμόζεται στήν πράξη ἡ μακραίωνα χριστιανική διδασκαλία καί πρακτική τόσον ἀπό τούς ἱερεῖς ὅσον καί ἀπό τούς συγγενεῖς τοῦ κεκοιμημένου. Ἔτσι θά ἔχουμε ἥσυχη τήν συνείδησή μας ὅτι ἐπιτελέσαμε τό καθῆκον μας. Καί γιά τούς νεκρούς ἄς ἰσχύει πάντοτε τό: «Μακάριοι οὕς ἐξελέξω καί προσελάβου Κύριε» (Ψ. 64,5).


Εκτύπωση   Email