Τά Ἱερά Μνημόσυνα

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

 

Τό Ἱερό Μνημόσυνο εἶναι προσευχή ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων μας. Στήν Ἐκκλησία ζῶντες καί κεκοιμημένοι ἐξακολουθοῦμε νά εἴμαστε ἑνωμένοι, διότι εἴμαστε μέλη τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, οἱ ζῶντες τῆς στρατευομένης, οἱ κεκοιμημένοι τῆς θριαμβεύουσας ἐν οὐρανῷ. Ἔτσι τά Ἱερά Μνημόσυνα τελοῦνται γιά τήν ἀνάπαυση, τήν ἀνακούφιση, τήν ὠφέλεια τῶν ψυχῶν ἐκείνων πού ἔφυγαν ἀπό τήν παροῦσα ζωή.

Οἱ προτροπές πρός τούς πιστούς πού βρίσκουμε στή Κ. Διαθήκη, ὅπως προσεύχονται «ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων» (Α’ Τιμ. 2.1) καί «ὑπέρ ἀλλήλων» δέν περιορίζονται μόνο στούς ζῶντες, ἀλλ' ἰσχύουν καί γιά τούς κεκοιμημένους. Γι' αὐτό, σ' ὅλες τίς Θ. Λειτουργίες ὑπάρχει μνημόνευση – προσευχή ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων.

Εἰδικότερα, στίς ἀρχαῖες Θ. Λειτουργίες, ὅπως τοῦ Ἁγίου Μάρκου, ἡ εὐχή λέγει, ὁ Δεσπότης Χριστός ν' ἀναπαύσει τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων «ἐν ταῖς σκηναῖς, ἐν τῇ βασιλείᾳ Του». Στή Θ. Λειτουργία τοῦ ἁγ. Κλήμεντος, ἡ εὐχή λέγει: «Καί ὑπέρ πάντων τῶν εὐαρεστησάντων τῷ Θεῷ ἁγίων Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Δικαίων, Ἀποστόλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐπισκόπων, ὅλων τῶν κληρικῶν καί ὑπέρ τῶν παρθένων, λαϊκῶν καί πάντων, ὧν ὁ Θεός ἐπίσταται (=γνωρίζει) τά ὀνόματα». Στήν ἄλλη τήν πιό γνωστή, ἀρχαία ἐπίσης Θ. Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, μετά τήν ἀνάμνηση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, Προφητῶν, καί λοιπῶν ἁγίων, παρακαλοῦμε τόν Θεόν ὑπέρ ἐκείνων τῶν ὁποίων «ἐμνήσθημεν καί ὧν οὐκ ἐμνήσθημεν Ὀρθοδόξων» καί ζητοῦμε νά τούς κατατάξει «ἐν χώρᾳ ζώντων ἐν τῇ βασιλείᾳ του, ἐν τῇ τρυφῇ τοῦ Παραδείσου, ἐν τοῖς κόλποις Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ», ἐκεῖ ὅπου «ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου του καί καταλάμπει διά παντός».

Στίς βασικές θεῖες Λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ στρατευομένη Ἐκκλησία προσφέρει «τήν λογικήν λατρείαν» τῆς «ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Εὐαγγελιστῶν, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Ἐγκρατευτῶν, καί παντός πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου...». Καί μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων, μετά τήν μνημόνευση ὅλων τῶν Ἁγίων, λέγει ὁ ἱερεύς: «Μνήσθητι καί πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου» καί ἀναφέρει ὀνομαστικά ὅσους θέλει. Κατόπιν προσθέτει˙ «καί ἀνάπαυσον αὐτούς, ὁ Θεός ἡμῶν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τό φῶς του προσώπου σου».

Αὐτή ἡ μνημόνευση στήν Ἁγία Τράπεζα ἀκριβῶς μετά τήν μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ εἶναι πολύ σημαντική. Εἶναι ἡ πιό σπουδαία μνημόνευση γιά τούς κεκοιμημένους μας. Αὐτή ἀξίζει. Ὅπως καί ἡ προηγηθεῖσα μνημόνευση κατά τήν ὥρα τῆς ἁγίας Προσκομιδῆς, στή Πρόθεση. Ἐκεῖ ὁ ἱερεύς ἐξάγει καί τίς μερίδες τῶν μνημονευομένων ὀνομάτων, οἱ ὁποῖες καί τίθενται στό Ἅγιο Δισκάριο πλησίον τοῦ Ἀμνοῦ. Αὐτά εἶναι τά σημαντικά.

Ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἔχουν καθιερωθεῖ τά Μνημόσυνα. Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι τό μνημόσυνο γιά τούς κεκοιμημένους ἔχει νομοθετηθεῖ ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους. «Αἱ Ἀποστολικαί Διαταγαί» ἀναφέρουν ὡραιότατη εὐχή «ὑπέρ τῶν ἀναπαυσαμένων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν ἡμῶν». Μέ αὐτήν οἱ πιστοί ζητοῦσαν «ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεός», ὁ ὁποῖος προσεδέχθη τήν ψυχή τοῦ κοιμηθέντος, συγχωρήσει σ' αὐτόν «πᾶν ἁμάρτημα ἑκούσιον καί ἀκούσιον» καί φανεῖ εὐσπλαχνικός πρός αὐτόν˙ κατατάξει δέ αὐτόν «ἐν τῷ κόλπῳ τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων καί πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος τῷ Θεῷ εὐαρεστησάντων», ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει «λύπη καί ὀδύνη καί στεναγμός» (ΒΕΠΕΣ 2, 168). Ὁ Ἱερός Κυπριανός, ὁ ὁποῖος ἔζησε τόν 3ο αἰῶνα, ἀναφέρει ὅτι οἱ πιστοί χριστιανοί εἶχαν ὡς βασικό ἱερότατο χρέος νά προσφέρουν Θ. Λειτουργίες καί προσευχές ὑπέρ τῶν Μαρτύρων καί πάντων τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν. Ἀλλά καί ὁ χριστιανός Τερτυλλιανός πού ἔζησε καί αὐτός τόν 3ο αἰῶνα στήν Καρχηδόνα γράφει γιά τίς Θ. Λειτουργίες, οἱ ὁποῖες γινόντουσαν ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων.

*

Ἔτσι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὅρισε τά Ἱερά Μνημόσυνα σέ τακτές ἡμέρες. Πρῶτα οἱ «Ἀποστολικές Διαταγές» προτρέπουν νά κάμνουμε Μνημόσυνα μέ ψαλμούς καί ἀναγνώσματα καί προσευχές τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τόν θάνατο τοῦ προσφιλοῦς μας, ἐπειδή καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀναστήθηκε σέ τρεῖς ἡμέρες. Ἐπίσης νά ἐπιτελοῦμε Μνημόσυνα «ἔνατα» (κατά τήν ἐνάτη ἡμέρα, «ἐννιάμερα» εἰς ὑπόμνησιν τῶν περιόντων (=σέ ἐνθύμηση τῶν ζώντων) ὅλων τῶν κεκοιμημένων καί τεσσαρακοστά (κατά τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα ἀπό τοῦ θανάτου) κατά τόν παλαιόν τύπον»˙ γιατί ἔτσι πένθησε καί ὁ Ἰσραηλιτικός λαός τόν Μέγα Μωϋσῆ. Ἐκτός αὐτῶν πρέπει νά τελοῦμε καί Μνημόσυνα «ἐνιαύσια (=ἐτήσια) ὑπέρ μνείας» τοῦ κεκοιμημένου» (ΒΕΠΕΣ 2,169).

Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δίδει καί ἕναν ἄλλο χρήσιμο συμβολισμό. Ἤτοι: «Τά «τρίτα (τριήμερα) ἐπιτελοῦνται διά τήν Ἁγία Τριάδα», διότι ἀπό αὐτήν ἔχουμε τήν ὕπαρξη καί τή ζωή˙ καί διότι δι' αὐτῆς προσφέρονται σέ μᾶς «πάντα τά τῆς ζωῆς καί σωτηρίας». Τά «ἔνατα (ἐννιάμερα) μᾶς ὑπενθυμίζουν τά ἐννέα τάγματα τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, στούς ὁποίους ἔχει συγκαταριθμηθεῖ ὡς ἄϋλο πλέον πνεῦμα καί ὁ κεκοιμημένος προσφιλής μας. «Τά τεσσαρακοστά» τελοῦνται «διά τήν τοῦ Σωτῆρος Ἀνάληψιν», ἡ ὁποία ἔγινε «τεσσαράκοντα ἡμέρας» μετά τήν τριήμερη Ἀνάστασή του. Τέλος τά τρίμηνα, ἑξάμηνα καί ἐννεάμηνα συμβολίζουν «τήν Τριάδα, τόν τῶν ὅλων Θεόν» καί γίνονται εἰς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὑπέρ τοῦ μεταστάντος. Διότι αὐτός πού ἐκοιμήθη, ἀπό τήν Παναγία Τριάδα δημιουργήθηκε, σ' αὐτήν θά μεταβεῖ τώρα πού χωρίσθηκε ἀπό τό σῶμα, καί ἀπό αὐτήν πάλι ἐλπίζει νά λάβει τήν ἀνάσταση τοῦ σώματός του». (P.G.155,689C-692 ABC).

Ἀλλ' ἐπίσης καί ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου θεωρεῖται ὡς ἡμέρα μνήμης ὅλων τῶν κεκοιμημένων καί ἀκολουθεῖ ἡ Κυριακή, ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως. Τά ἐπίσημα κοινά Μνημόσυνα τά ὀνομαζόμενα Ψυχοσάββατα εἶναι δύο: Τό πρό τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω καί τό πρό τῆς Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς.

Τό Ψυχοσάββατο πρό τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω θεσπίστηκε γιατί τήν ἑπομένη ἡμέρα, δηλαδή Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει τή Δευτέρα καί ἀδέκαστη Παρουσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτό τό Σάββατο παρακαλοῦμε «τόν φοβερόν Κριτήν» νά φανεῖ ἵλεως ὄχι μόνο σέ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμη, ἀλλά καί στούς προαπελθόντες ἀδελφούς μας, κατά τή φρικτή καί ἔνδοξη Παρουσία του. Ἀλλά ἀκόμη ἔχει ὁρισθεῖ καί γιά ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέθανον μακρυά ἀπό τούς συγγενεῖς τους ἤ σέ δύσκολες καί πολλάκις ἄγνωστες καταστάσεις.

Τό ἄλλο Ψυχοσάββατο, τό δεύτερο κοινό Μνημόσυνο, τό πρό τῆς Πεντηκοστῆς εὔχεται ἡ Ἐκκλησία γιά ὅλους τούς πρό Χριστοῦ δικαίους, δηλ. ὑπέρ ὅλων ὅσων κοιμήθηκαν ἀπό Ἀδάμ μέχρι σήμερα ὥστε νά ἔχουν καί αὐτοί «ἀγαθή ἀπολογία» κατά τήν τελική κρίση. Ἔχει ἐπικρατήσει ἀκόμη ἐκτός τῶν δύο ἐπισήμων Ψυχοσαββάτων νά τελοῦνται μνημόσυνα καί κατά τό Σάββατο πρό τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς καί κατά τό Σάββατο τῆς Α' Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. Στό τελευταῖο αὐτό παραπάνω Σάββατο ἔχουμε καί μνεία τοῦ θαύματος διά τῶν κολλύβων ἀπό τόν ἅγιο Θεόδωρο τόν Τήρωνα τόν 5ο αἰ. Βέβαια ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία δέν ἀποκλείει Ἱ. Μνημόσυνα καί Τρισάγια καί σέ πολλές ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως διαφόρων ἐπετείων καί γεγονότων.

Βεβαίως ἡ Ἐκκλησία γιά λόγους ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας ἔχει θεσπίσει νά μήν τελοῦνται Μνημόσυνα τίς κάτωθι ἡμερομηνίες καί ἑορτές: α) Ἀπό τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου ἕως καί τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ.

β) Κατά τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές, ἤτοι: τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου, τῶν Θεοφανείων, τῆς Ὑπαπαντῆς, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, τῆς Ἀναλήψεως, τῆς Πεντηκοστῆς, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Μεταμορφώσεως, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καί τῶν Χριστουγέννων.

γ)Τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία πανηγυρίζει ὁ Ναός καί

δ) Τήν 28η Ὀκτωβρίου.

 

*

 Εἴθισται κατά τά Ἱερά Μνημόσυνα νά παρατίθενται καί κόλλυβα. Τά κόλλυβα βασικά εἶναι βρασμένο στάρι καί ἔχει συμβολικό χαρακτῆρα. Συμβολίζει τόν θάνατο, τήν ταφή καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Συγκεκριμένα στηρίζεται στόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσών εἰς τήν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτός μόνος μένει˙ ἐάν δέ ἀποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ἰω. ιβ' 24). Δηλ. τά κόλλυβα, τό σιτάρι μᾶς ὑπενθυμίζουν ὅτι καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὡς ἕνας σπόρος, ὁ ὁποῖος κατά τόν θάνατό του θάπτεται στή γῆ, ὅπως καί ὁ κόκκος τοῦ σίτου. Ὡστόσο τό σπέρμα αὐτό θά βλαστήσει, θά ἐξαναστηθεῖ μέ τήν θεία δύναμη. Ο ἴδιος ὁ Χριστός λοιπόν μέ τόν παραπάνω λόγο Του καί μάλιστα στά Ἱεροσόλυμα κατά τήν προαναγγελία τοῦ πάθους καί τῆς ἀναστάσεώς Του παρομοίασε τό πανάγιο Σῶμα Του καί τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του μέ αὐτό, λέγοντας˙ ἐάν τό μικρό σπυρί τοῦ σιταριοῦ δέν πέσει καί δέν καταχωθεῖ στή γῆ καί δέν σαπίσει μέσα στό χῶμα, μένει μοναχό καί δέν πολλαπλασιάζεται. Ἄν ὅμως μέ τή σπορά του στή γῆ ἀποθάνει καί ταφεῖ, βγάζει πολύ καρπό. Ἔτσι καί ἐγώ˙ ἐάν ἀποθάνω, ὅπως ὅρισε ὁ Θεός Πατήρ μου, θά καρποφορήσω τή σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία καί ἔγινε μέ τήν σταυρική του θυσία, τήν ταφή καί τήν τριήμερο ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του.

Μαζί μέ τά κόλλυβα οἱ πιστοί χριστιανοί πρέπει νά φέρνουν στόν Ἱ. Ναό τό πρόσφορο γιά τήν ἁγία Προσκομιδή, οἶνο, ἔλαιον καί κερί ὡς καί τά ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων γιά νά διαβαστοῦν ἀπό τόν ἱερέα.

*

Ἀλλά ἐκτός ἀπό τήν προσευχή κατά τήν τέλεση τοῦ Ἱ. Μνημοσύνου πολύ σημαντικό εἶναι οἱ ἀγαθοεργίες ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων. Στό ἀρχαῖο κείμενο «Ἀποστολικαί Διαταγαί» ἀναφέρεται ὅτι ὁ χριστιανός ἀπό τά ὑπάρχοντά του ἄς δίνει ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς γιά τήν συγχώρηση καί ἀνάμνηση τοῦ κεκοιμημένου. (ΒΕΠΕΣ 2,169).

Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος συμβουλεύει: «Βούλει τιμῆσαι τόν ἀπελθόντα; Ἑτέρως (=μέ ἄλλο τρόπο) τίμησον, ἐλεημοσύνας ποιῶν, εὐεργεσίας, λειτουργίας» (ΕΠΕ, 14, σ. 198). Καί στήν ἐρώτηση, γράφει πάλιν, ὁ ἱερός πατήρ: «Εἰς ποῖον, θά εἰπῆ κανείς θά ἀφήσωμεν τά ἐνδύματά μας, εἰς ποῖον τάς οἰκίας, εἰς ποῖον τούς δούλους καί τά κτήματά μας; Εἰς αὐτόν καί πάλιν καί μάλιστα μέ μεγαλυτέραν ἀσφάλεια ἀπό ὅ,τι ἐάν ἔζη˙ διότι δέν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιον. Διότι ἐάν οἱ βάρβαροι καίουν μαζί μέ τά σώματα τῶν νεκρῶν τά ὑπάρχοντά των, πολύ περισσότερον δίκαιον εἶναι σύ ν' ἀποστείλης μαζί μέ τόν νεκρόν τά ἀνήκοντα εἰς αὐτόν, ὄχι διά νά γίνουν στάκτη, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἀλλά διά νά τοῦ χαρίσουν μεγαλυτέραν δόξαν. Καί ἐάν μέν ἀπέθανεν ὡς ἁμαρτωλός διά νά τοῦ συγχωρηθοῦν τά ἁμαρτήματά του, ἐάν δέ δίκαιος διά νά τοῦ προστεθεῖ μισθός καί ἀνταπόδοσις ἀγαθῶν» (ΕΠΕ 10,359).

Ἐπίσης ὁ ἅγ. Συμεών Θεσ/κης λέγει: «Κάθε χριστιανός ἄς γνωρίζει ὅτι ἐάν ἀγαπᾶ τόν μεταστάντα συγγενῆ του μπορεῖ νά τόν ὠφελήσει προσφέρων ὑπέρ αὐτοῦ ἐλεημοσύνες». (P.G. 155, 693 ΑΒ). Πόσο σπουδαῖο γιά παράδειγμα, τό ἀναφέρουμε, νά προσφέρει ἡ οἰκογένεια τοῦ κεκοιμημένου τό γεῦμα σ' ἕνα ὀρφανοτροφεῖο ἤ γηροκομεῖο γιά τήν ἀνάπαυση τοῦ συγγενοῦς του ἤ νά κάμνει κάποιο ἄλλο ἔργο εὐποιΐας.

*

Συνιστῶντες οἱ θεοφόροι ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τά Ἱερά Μνημόσυνα γράφουν καί γιά τήν μεγάλη ὠφέλεια πού προσφέρουν στίς ψυχές. Ἰδού οἱ γνῶμες τῶν Πατέρων:

Ὁ ἅγιος Ἱεροσολύμων Κύριλλος λέγει ὅτι κατά τήν προσφοράν τῆς ἀναιμάκτου λατρείας δεόμεθα «καί ὑπέρ,...πάντων τῶν ἐν ἡμῖν προκεκοιμημένων˙ μεγίστην όνησιν (=ὠφέλεια) πιστεύοντες ἔσεσθαι ταῖς ψυχαῖς ὑπέρ ὧν ἡ δέησις ἀναφέρεται τῆς ἁγίας καί φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας» (P.G. 33,1116). Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, Σαλαμῖνος Κύπρου, γράφει: «Ἐλπίς ἐστι ὑπέρ ἀδελφῶν εὐχομένοις, ὡς ἐν ἀποδημίᾳ τυγχανόντων ὠφελεῖ δέ καί ἡ ὑπέρ αὐτῶν γινομένη εὐχή, εἰ καί τά ὅλα τῶν αἰτιαμάτων μή ἀποκόπτοι». (P.G. 42,513). Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων ὁμιλεῖ γιά «μεγάλην ἄνεσιν», ὁ ἅγιος Νικήτας ὁ Στηθάτος γράφει γιά «μικράν ἀνακωχήν τῶν θλίψεων». Ἰδιαίτερα κατά τόν Ἱ. Χρυσόστομο: «Οὐκ εἰκῇ μνήμην ποιούμεθα τῶν ἀπελθόντων ἐπί τῶν θείων μυστηρίων καί ὑπέρ αὐτῶν πρόσιμεν, δεόμενοι τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ κειμένου τοῦ λαβόντος τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τίς ἐντεῦθεν αὐτοῖς γένηται παραμυθία˙ οὐδέ μάτην ὁ παρεστώς τῷ θυσιαστηρίῳ τῶν φρικτῶν μυστηρίων τελουμένων βοᾷ˙Ὑπέρ πάντων τῶν ἐν Χριστῷ κεκοιμημένων καί τῶν τάς μνείας αὐτῶν ἐπιτελούντων. Εί γάρ μή ὑπέρ αὐτῶν αἱ μνεῖαι ἐγένοντο, οὐδ' ἄν ταῦτα ἐλέχθη. Οὐ γάρ ἐστι σκηνή τά ἡμέτερα, μή γένοιτο˙ Πνεύματος γάρ διατάξει ταῦτα γίνεται» (P.G. 61,361). Καί ὁ ἅγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, γράφει: «Τίποτε δέν εἶναι τόσο ὠφέλιμο σ' αὐτόν πού κοιμήθηκε καί τίποτε δέν εἶναι τόσο πολύ πρόξενο «εὐφροσύνης καί φωτισμοῦ καί Θεοῦ ἑνώσεως αἴτιον», ὅσο τό τίμιό Αἷμα τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο χύνεται «ὑπέρ ἡμῶν τῶν ἀχρείων», καί τό ἄχραντο Σῶμα Του, τό ὁποῖο ἔπαθε ὑπέρ ἡμῶν ἐπάνω στό Σταυρό. Γι' αὐτό δέν πρέπει νά παραλείπουμε τά ἱερά Μνημόσυνα. Ἰδιαίτερα πρέπει νά μνημονεύουμε τούς κεκοιμημένους κατά τήν ὥρα τῆς θείας Εὐχαριστίας, διότι αὐτή μᾶς δόθηκε καί πρός τόν σκοπό αὐτό» (P.G. 155,688 D). Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ὅτι καί ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔχει γράψει εἰδική μελέτη περί τῶν Ἱερῶν Μνημοσύνων.

Συνεπῶς, ἡ τέλεση τῶν Ἱ. Μνημοσύνων παρέχει πνευματικό κέρδος στούς κεκοιμημένους, ὠφέλεια, ἀνακούφιση, ἄνεση. Αὐτό διδάσκει ἡ Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά συνάμα ἡ ἐπιμνημόσυνη δέηση εἶναι καί τῶν ζώντων ὠφέλεια ἀκριβῶς διότι παρέχει εὐκαιρία ἐπικοινωνίας μέ τό Θεό, εὐκαιρία προσευχῆς ἀλλά καί εὐκαιρία προβληματισμοῦ στό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἡ ζωή, ὁ θάνατος, ἡ μετά θάνατον ζωή. Δίνει ἀκόμη καί τήν παρηγορία, τήν παραμυθία καί τήν ἀγαθή ἀνάμνηση τῶν κεκοιμημένων μας. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μας θέσπισε τά Ἱ. Μνημόσυνα, τά ὁποῖα καί πρέπει νά τά τελοῦμε μέ πᾶσαν τάξιν, σεμνότητα καί ἱεροπρέπεια.

«Αἱ ψυχαί αὐτῶν ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσονται» (Ψαλμ. 24,13).


Εκτύπωση   Email