ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΨΑΛΤΟΥ

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

 

Ἡ ἀποστολή καί τό ἔργο τοῦ Ἱεροψάλτου εἶναι νά λατρεύει τόν Θεό ἀναπέμποντας πρός Αὐτόν ἐξ' ὀνόματος τῶν χριστιανῶν τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας.

 Ὁ Ἱεροψάλτης κατά τούς Ἱερούς Κανόνες ἀνήκει στόν λεγόμενο «κατώτερο κλῆρο». Γι΄ αὐτό καί ἡ ἀνάθεση τοῦ ἱεροψαλτικοῦ ἔργου γίνεται κανονικά μέ «χειροθεσία», τήν ὁποία κάμνει ὁ Ἀρχιερεύς διαβάζοντας καί τήν εἰδική εὐχή. Ἔτσι παρέχεται ἡ ἱερή εὐλογία ἀπό τόν Ἐπίσκοπο γιά νά ἀνέβει κάποιος στό Ἀναλόγιο. (Βλ. 33ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου).

 Ὡς συνέχεια τῶν ἀνωτέρω ὁ Ἱεροψάλτης, ὅταν ψάλλει ὁφείλει νά ἔχει τή συνείδηση ὅτι ἀσκεῖ ἱερό λατρευτικό ἐκκλησιαστικό ἔργο καί ὄχι ἁπλῶς καλλιτεχνικό καί κοσμικό. Γι' αὐτό τό λόγο καί ἡ Ἐκκλησία παρεχώρησε διακεκριμένη ὀπτικά θέση μέσα στό Ναό.

Ἡ ἱερότητα τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἱεροψάλτη ἐπιβάλλει νά εἶναι πρόσωπον ἀκατάγνωστον, νά ἔχει τήν καλήν ἔξωθεν μαρτυρία, νά προσέχει τήν προσωπική του βιοτή, νά ἔχει σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη, ἐκκλησιαστικό ἦθος καί ὑπακοή στά κελεύσματα τῆς θείας διδασκαλίας.

 Πρίν ἀνέλθει στό Ἀναλόγιο ὀφείλει νά φορᾶ ράσον καί νά λαμβάνει εὐχή ἀπό τόν Ἀρχιερέα. Ὅταν ὁ Ἀρχιερεύς εἶναι στό θρόνο κατά τόν Ἑσπερινόν, ἔρχεται ἀμέσως μετά τούς Ἱερεῖς καί τόν διάκονο, μόνον ὁ Πρωτοψάλτης καί ὁ Λαμπαδάριος. Ὅσον ἀφορᾶ τό ράσο, αὐτό πρέπει νά εἶναι καθαρό καί σιδερωμένο. Δέν πρέπει νά εἶναι οὔτε κοντό, οὔτε μακρύ καί βεβαίως νά κουμπώνει στό λαιμό. Δέν πρέπει νά ἀφήνει τό ράσο ξεκούμπωτο. Οὔτε πρέπει νά δανείζεται ὁ Ἱεροψάλτης τό ράσο τοῦ Ἱερέα.

Τό ψάλλειν ἔχει σκοπό προσευχητικό. Δέν εἶναι γιά ἐπίδειξη φωνῆς καί δεξιοτεχνίας, οὔτε γιά προσωπική ἱκανοποίηση μέ ἐγωιστική διάθεση. Πρέπει νά ψάλλει ἠρέμως, χωρίς ὑπερβολικές φωνασκίες καί λαρυγγισμούς, οὔτε αὐτοσχεδιασμούς καί ἀσφαλῶς νά μήν εἰσάγει ξένα ψαλτικά ἤθη στή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ κάθε Ἱεροψάλτης ὀφείλει κατά τό δυνατόν νά γνωρίζει βυζαντινή μουσική. Τό εὐπρεπές γιά τόν χῶρο τοῦ ναοῦ εἶναι νά χρησιμοποιεῖ τά λειτουργικά βιβλία καί ὄχι τις ἠλεκτρονικές συσκευές. Μάλιστα ὀφείλει ὅλα τα βιβλία τοῦ Ἀναλογίου νά τά διατηρεῖ καθαρά, νά μήν εἶναι σκισμένα τά φύλλα καί νά φροντίζει ἄν παλαιωθοῦν γιά τήν ἀντικατάστασή τους. Ἐπίσης ὃταν περατοῦται τό ἔργον του πρέπει ἀπαραιτήτως νά κλείνει τά βιβλία.

Ὅταν ἔρχονται στό Ἀναλόγιο καί ἄλλοι πού θέλουν νά ψάλλουν, τήν εὐθύνη τοῦ ποῖος θά ψάλλει τήν ἔχει ὁ Πρωτοψάλτης καί ὁ Λαμπαδάριος, ἀντίστοιχα. Χρειάζεται ὅμως, πολύ προσοχή. Μποροῦν βέβαια νά ψέλνουν ὅλοι μαζί, ὅσοι εἶναι στό κάθε Ἀναλόγιο, ὥστε τό ἆσμα νά εἶναι χορικό, ἀλλά τήν διεύθυνση ἓχει ὁ Πρωτοψάλτης καί ὁ Λαμπαδάριος. Οἱ ἂλλοι δέν ἐπιτρέπεται νά κουνᾶνε τό χέρι δίνοντας τόν χρόνο ἢ τόν τόνο. Οὔτε πάλι δέν εἶναι σωστό νά μή δίδεται τίποτα νά ψάλλουν οἱ ἄλλοι οἱ παρευρισκόμενοι, οὔτε ἐπίσης ὁ Ἱεροψάλτης νά διώχνει ὅποιον πηγαίνει κοντά του γιά νά βοηθήσει. Μάλιστα ἡ ἀναζήτηση ἰδίως νέων ἀνθρώπων γιά νά μάθουν τήν ψαλτική τέχνη εἶναι θεάρεστο ἔργο.

Ὅταν ὁ Ἱεροψάλτης εἶναι στό Ἀναλόγιο δέν ἐπιτρέπεται νά μιλᾶ, νά συζητεῖ, νά περιφέρει τό βλέμμα του στό ἐκκλησίασμα, νά μασᾶ «τσίχλα» ἥ καραμέλα. Δέν ἐπιτρέπεται ἐπίσης νά ἐγκαταλείπει τό στασίδι του γιά νά εἰσέλθει στό Ἱερό Βῆμα χωρίς λόγο.

Πολύ σπουδαῖο θέμα εἶναι ἡ σωστή χρήση τοῦ μικροφώνου. Χρειάζεται, ἐν προκειμένῳ, αὐτοσυγκράτηση καί σεβασμός στήν ἱερότητα τοῦ χώρου, τοῦ Ἱ. Ναοῦ. Δέν πρέπει τό μικρόφωνο νά τίθεται ἐγγύς τοῦ στόματος, γιατί ἔχουμε τότε συριγμούς, ἔντονη ἀπόδοση τῶν ψαλλομένων καί ἐνόχληση τῶν ἐκκλησιαζομένων.

Ὁ Ἱεροψάλτης πρέπει νά ξέρει καλά καί τήν τέχνη τῆς ὀρθοφωνίας. Δηλαδή πρέπει νά προφέρει σωστά τά φωνήεντα. Π.χ. τό ε ὡς ε καί ὄχι ὡς ι κλπ. Γιά τήν ὀρθοφωνία βοηθᾶ τά μέγιστα τό στόμα μας καί τά δόντια μας, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται. Μέ τήν ὀρθοφωνία γίνεται κατανόηση τῶν ὕμνων πού ψάλλονται ἢ διαβάζονται. Ἰδίως τό Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα χρειάζεται πολύ καλή ὀρθοφωνία καί ἀπαγγελία. Ἀνάγκη ἐπίσης ἡ φωνή νά ἔχει τόν κατάλληλον «χρωματισμόν».

Κατά τό ψάλσιμο ἰδίως τῆς Θ. Λειτουργίας πρέπει νά ἀποφεύγονται τά πολύ ἀργά «μαθήματα» τῆς ψαλτικῆς, οἱ «ἀμανέδες», τό «τεριρέμ» καί τά ἐξεζητημένα πρός ἐπίδειξιν καί μόνον, μακρόσυρτα μέλη. Ὁ Ἱεροψάλτης πρέπει νά ἔχει στόν νοῦν του καί τήν τήρηση τοῦ ὡρολογίου προγράμματος τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί πάντοτε νά ἔχει καλή συνεργασία σέ ὅλα μέ τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας ἥ τόν προεστῶτα τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.

Κατά τήν εἴσοδο τοῦ Ἀρχιερέως, ὅταν αὐτός σταθεῖ στό κέντρο μπροστά στό σωλέα, τότε ὁ ψάλτης λέγει τό «Εἰς πολλά ἔτη Δέσποτα». Ἀλλά προσοχή, τό «Εἰς πολλά ἔτη...» δέν ψάλλεται καθ' ὃν χρόνον βαδίζει ὁ Ἀρχιερεύς ἀπό τῆς εἰσόδου τοῦ ναοῦ πρός τόν σωλέα. Ὅταν ψάλλεται ὁ Ὄρθρος τό «Εἰς πολλά ἔτη...» λέγεται μετά τό «Συναξάριον».

Σέ περίπτωση χοροστασίας Ἀρχιερέως, πρό τῶν Κεκραγαρίων (στόν Ἑσπερινό) καί πρό τῶν Αἴνων (στόν Ὄρθρο) λέγεται τό «Κέλευσον Δέσποτα Ἅγιε ἦχος .....», ὑπό ἐντεταλμένου ψάλτου ἐνώπιον τοῦ Ἀρχιερέως, ὁ ὁποῖος δίδει τήν εὐλογία του ( δηλαδή κελεύει) στόν δεξιό ψάλτη. Ὁ ἐντεταλμένος ἀφοῦ κάμνει «σχῆμα», ἀρχίζει τό ψάλσιμο τοῦ «Κέλευσον…», κάμνει μετάνοια, ἀσπάζεται τήν χεῖρα τοῦ Ἀρχιερέως καί μετά «σχῆμα» καί ἀπέρχεται στή θέση του. Ἐπίσης ὅταν κατά τήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου χοροστατεῖ Ἀρχιερεύς μετά τά «Πασαπνοάρια», ψάλλεται τό «Τόν Δεσπότην καί Ἀρχιερέα...» σέ ἦχο βαρύ, ὥστε ὁ Ἀρχιερεύς νά δυνηθεῖ νά προχωρήσει στόν ἀσπασμό τῶν εἰκόνων καί ὅταν στό τέλος τοῦ ἀσπασμοῦ ὁ Ἀρχιερεύς εὐλογήσει, τότε ψάλλεται τό «Εἰς πολλά ἔτη Δέσποτα» καί στή συνέχεια ψάλλονται οἱ Αἶνοι.

Σέ ὁρισμένα σημεῖα τῆς Ἀρχιερατικῆς Θ. Λειτουργίας συμβαίνει νά ψάλλουν ἀπό κοινοῦ οἱ ἱερεῖς ἢ ὁ Ἀρχιερεύς καί ὁ ψάλτης ταὐτόχρονα. Π.χ. «Δεῦτε προσκυνήσωμεν» ψάλλει ὁ Ἀρχιερεύς καί ὁ ψάλτης λέγει τό «Εἰς πολλά ἔτη Δέσποτα». Τό ἴδιο καί στό «Κύριε Κύριε ἐπίβλεψον...». Στήν ἀπόλυση ὁ ψάλτης λέγει τό: «Τόν Δεσπότην καί Ἀρχιερέα...». Πρέπει ὅμως στά σημεῖα αὐτά νά μή γίνεται χάος, δηλαδή ὁ ψάλτης νά ψέλνει σέ πιανίσιμο ὕφος, χωρίς νά ἐπικαλύπτει τόν ἱερέα ἥ Ἀρχιερέα.

Καί τό «Κύριε Ἐλέησον» καί τό «Παράσχου Κύριε» καί τό «Ἀμήν» καί τό «Ἀλληλούια» ἢ τό «Δόξα σοι Κύριε Δόξα σοι», μπορεῖ νά εἶναι μία ἢ δύο λέξεις, ἀλλά ἔχουν τήν σημασία καί τήν ἀξία τους. Ὁ Ἱεροψάλτης πρέπει νά τά ψάλλει κανονικά καί στήν ἀνάλογη μελωδική θέση τους. Π.χ. ἂλλο εἶναι τό «Κύριε Ἐλέησον» στά Εἰρηνικά καί ἄλλο στά Πληρωτικά, ἄλλο τό «Ἀμήν» μετά τίς ἐκφωνήσεις καί ἄλλο μετά τήν ἐκφώνηση «Λάβετε φάγετε...».

Τό Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου δέν λέγεται στή Θ. Λειτουργία. Οὔτε τό «Ἁγνή Παρθένε Δέσποινα...» ἀντί τοῦ Κοινωνικοῦ. Μπορεῖ ὃμως, κατά τήν διανομή τοῦ ἀντιδώρου νά ψάλλονται οἱ Καταβασίες τῆς ἡμέρας, ἢ κάποιος ψαλμός, ἢ τό «Ἀγνή Παρθένε» κ.ἂ.

Ἐπίσης ὁ Ἱεροψάλτης πρέπει νά κάμνει τό σημεῖο τού Σταυροῦ, ὅταν λέγονται τά πρέποντα λόγια. Ἰδίως ὅταν ψάλλει Ἀπολυτίκιον ἢ τό «Δόξα Πατρί...».

      Ἐν τέλει, ὅλοι οἱ Ἱεροψάλτες ἄς ἔχουν ὑπ' ὄψιν τους τό τοῦ Προφητάνακτος: «Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω» (Ψ. 145,1), ἀλλά καί τό τοῦ Ἀπ. Παύλου: «Λατρεύωμεν εὐαρέστως τῷ Θεῷ μετά αἰδοῦς καί εὐλαβείας» (Ἑβρ. Ιβ' 28).


Εκτύπωση   Email