Περί τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'

 

 Μεγάλο εἶναι τό ἀξίωμα τοῦ ἱερέως. Ἡ ἱερωσύνη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἱερεῖς εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι συνεχιστές τοῦ ὑψηλοτέρου ἔργου ἐπί τῆς γῆς, τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας ψυχῶν. Καθίστανται ὄργανα μεταδόσεως τῆς χάριτος πού βρίσκεται στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σύσταση τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης γιατί περί αὐτοῦ πρόκειται, ἀνάγεται στό Χριστό καί στούς Ἁγίους Ἀποστόλους Του, ὅπου αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι διά τῆς «ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» καί εἰδικῆς προσευχῆς μετέδιδαν τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Εἶναι ἡ «ἀποστολική διαδοχή» πού ἔχει ὁ κάθε ἱερεύς διά τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου μέ τό Ἱερό Μυστήριο τῆς Χειροτονίας. Τότε ἐπέρχεται ἡ θεία Χάρις, «ἡ τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα καί προχειρίζεται τόν εὐλαβέστατον… σέ ἱερέα».

Ὁ ἱερεύς, ὡς γνωστόν, λαμβάνει τήν χάριν νά τελεῖ ὅλα τά Μυστήρια, πλήν τῆς χειροτονίας καί τῶν Ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ. Βέβαια ἐφόσον τό ἔργο τοῦ ἱερέως εἶναι ἱερόν, ὑψηλόν καί οἱ προϋποθέσεις γιά νά γίνει κάποιος κληρικός (ἱερεύς) εἶναι ἀνάλογες.

Οἱ βασικές εἶναι: Νά εἶναι ἄνδρας.

Νά ἔχει τήν ἡλικία πού ὁρίζουν οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἤτοι: «Πρεσβύτερον πρό τῶν τριάκοντα ἐτῶν μή χειροτονεῖσθαι, κἄν πάνυ ᾖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος, ἀλλ' ἀποτηρεῖσθαι (= νά περιμένει)... ὁμοίως μήτε διάκονος πρό τῶν εἰκοσιπέντε χρόνων». (14ος καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου).

Νά ἔχει ὀρθή χριστιανική πίστη, νά εἶναι σταθερός σ' αὐτή καί νά ζεῖ βαθειά τή χριστιανική πνευματική ζωή.

Νά μήν ἔχει κωλύματα, δηλαδή ἁμαρτήματα, τά ὁποῖα ἀπαγορεύουν τήν προσέλευση στό Μυστήριο τῆς Χειροτονίας.

Νά εἶναι ἀρτιμελής καί ψυχικῶς καί διανοητικῶς ὑγιής.

Νά μήν ἐξασκεῖ ἀτιμωτικά ἐπαγγέλματα καί νά ἔχει ἄμεμπτο κατά πάντα βίο καί θεῖο ζῆλο.

Νά μήν ἔχει τιμωρηθεῖ ἀπό τά ποινικά δικαστήρια.

Ἐάν πρόκειται γιά ἔγγαμο κληρικό, νά ἔχει συνάψει ἕνα μόνο γάμο.

Νά ἔχει τήν «ἔξωθεν καλή μαρτυρία».

Γιά δέ τήν κανονικότητα καί ἐγκυρότητα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τῆς Χειροτονίας ἀπαραιτήτως πρέπει νά συντρέχουν τά κάτωθι:

Ἡ τέλεση τῆς Χειροτονίας νά γίνει δημόσια ἐντός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ καί κατά τήν διάρκεια τῆς θ. Λειτουργίας.

Χρειάζεται ἡ ἐλεύθερη βούληση καί συγκατάθεση τοῦ ὑποψηφίου κληρικοῦ.

Δέν πρέπει νά ἔχει προηγηθεῖ ἄλλη χειροτονία στόν ἴδιο βαθμό τῆς ἱερωσύνης (βλ. ξη' καν. τῶν ἁγίων Ἀποστόλων).

Δέν πρέπει νά γίνεται χειροτονία «ὑπέρ ἀθρόον» δηλ. διάκονος καί πρεσβύτερος σέ μία ἡμέρα.

Δέν ἐπιτρέπεται τέλεση χειροτονίας μέ δόση καί λήψη χρημάτων. Αὐτό εἶναι ἁμάρτημα καί ὀνομάζεται «σιμωνία»(βλ. Πράξ. 8, 9-25).

Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος κατ' ἐξοχήν μίλησε γιά τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Ἰδού τί λέγει: Τήν ἱερωσύνη δέν τήν καθίδρυσε «οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος, οὔτε κάποια ἄλλη κτιστή δύναμη, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Παράκλητος, ὁ ὁποῖος τήν ἔκανε τέτοια ὥστε νά φαίνεται ὅτι ἀσκεῖται ἀπό ἀγγέλους ἄν καί ἀσκεῖται ἀπό σαρκικά ὄντα- ἀνθρώπους». Ἡ ἱερωσύνη εἶναι χάρισμα καί δίδεται ἀπό τόν φιλάνθρωπο Θεό καί δέν εἶναι μία ἐπιβράβευση τῆς ἀξιοσύνης ἤ τῶν προσόντων τοῦ ἀνθρώπου πού καταξιώνεται νά γίνει ἱερεύς τοῦ Ὑψίστου. «Καί τί λέγω τούς ἱερεῖς; Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος ἐργάσασθαι τι δύναται εἰς τά δεδομένα παρά Θεοῦ, ἀλλά Πατήρ καί Υἱός καί ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ. Ὁ δέ ἱερεύς τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶτταν καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα» (Εἰς Ἰω. ὁμιλ. ΕΠΕ ΠΣΤ' 4, σ. 716).

Τονίζει ἀκόμα ὁ ἱερός πατήρ ὅτι ἡ Ἱερωσύνη εἶναι διακονία πού δόθηκε ἀπό τό Θεό ὡς θεῖον χάρισμα γι' αὐτό εἶναι τιμιώτερη ἀπ' ὅλες τίς ἐπίγειες ἐξουσίες. Μάλιστα τό ἱερατικό ἀξίωμα τό χαρακτηρίζει ἀγγελικό, ἀφοῦ ἡ ἱερωσύνη ἀσκεῖται ἐπί τῆς γῆς, ἀνήκει ὅμως στήν «τάξη τῶν ἐπουρανίων». «Ἡ γάρ ἱερωσύνη τελεῖται μέν ἐπί τῆς γῆς, τάξιν δέ ἐπουρανίων ἔχει ταγμάτων καί μάλα γε εἰκότως». (Λόγος Γ', ΕΠΕ 28, σ. 120). Καί συνεχίζει ἐνῶ οἱ ἱερεῖς «τήν γῆν οἰκοῦντες καί ἐν ταύτῃ ποιούμενοι τήν διατριβήν, τά ἐν οὐρανοῖς ἐπετράπησαν καί ἐξουσίαν ἔλαβον, ἥν οὔτε ἀγγέλοις οὔτε ἀρχαγγέλοις ἔδωκεν ὁ Θεός». (ὅπ. παρ. σ. 124). Πράγματι, ὁ ἱερεύς εἶναι διάκονος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀποστολή του σ' ὅλες τίς ἐκφάνσεις της εἶναι «ἔργο διακονίας». (Ἐφεσ. 4,12). Εἶναι διακονία Χριστοῦ γιατί πρῶτος Ἐκεῖνος ὁ Χριστός μᾶς δίδαξε ὅτι: «Ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν» (Μάρκ. ι',45). Στή διακονία κρύπτεται ὅλη ἡ ἀξία καί τό μεγαλεῖο τῆς ἱερωσύνης. Καί διακονία σημαίνει ταπείνωση, προσφορά, φιλανθρωπία, ὁμολογία, ἱεραποστολή, αὐτοθυσία. Αὐτά τά χαρακτηριστικά πρέπει νά διακρίνουν τόν ἱερέα. Ἔτσι ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἔργο Θεοῦ, πού κατά τόν χρυσοῦν τήν γλῶτταν «ἅπτεται τῆς ψυχῆς καί διαβαίνει τούς οὐρανούς». Ὅταν λοιπόν ἡ ἱερωσύνη εἶναι χάρισμα πού δόθηκε ἀπό τό Θεό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό κατέστη μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὅταν καθίσταται λειτουργός τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, τότε πόσο ὑπὲρ τό ἄριστον θά πρέπει νά εἶναι καί ἡ προσωπική του ζωή. Πάλιν ὁ Ἱ. Χρυσόστομος τονίζει:«Διό χρή πάντοθεν αὐτοῦ τό κάλλος ἀποστίλβειν τῆς ψυχῆς, ἵνα καί εὐφραίνειν ἅμα καί φωτίζειν δύνηνται τάς τῶν ὁρώντων ψυχάς». (Λόγος Γ', ΕΠΕ 28, σ. 152). Πρέπει ὁ ἱερεύς νά προσέχει πολύ, ὅλα τά βήματα τῆς ζωῆς του.

Καί σ΄ ἄλλο σημεῖο λέγει ὁ ἅγιος Ἱεράρχης: «Ὅταν δέ προσκαλῇ τό ἅγιον Πνεῦμα καί ἐπιτελῇ τήν φρικωδεστάτην θυσίαν καί ἔρχεται εἰς συχνήν κοινωνίαν μέ τόν κοινόν Δεσπότην ὅλων, ποῦ νά τόν κατατάξωμεν, εἶπέ μου; Καί πόσην καθαρότητα καί εὐλάβειαν θά τοῦ ζητήσωμεν; Σκέψου ποῖα πρέπει νά εἶναι τά χέρια πού τελοῦν τά μυστήρια αὐτά, ποῖα πρέπει νά εἶναι ἡ γλῶσσα πού προφέρει ἐκεῖνα τά λόγια καί ἡ ψυχή πού ἠξιώθη τέτοιαν χάριν, ἀπό ποίαν ἄλλην δέν πρέπει νά εἶναι καθαρωτέρα καί ἁγιωτέρα. Τότε καί οἱ ἄγγελοι παραστέκουν εἰς τόν ἱερέα καί ὅλον τό τάγμα τῶν οὐρανίων δυνάμεων βοᾷ καί γεμίζει ὁ τόπος γύρω εἰς τό θυσιαστήριον πρός τιμήν τοῦ θυσιαζομένου». (Λόγος ΣΤ', ΕΠΕ 28,4, σ. 269).

Ἔτσι ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἕνας δύσκολος καί ἀνηφορικός δρόμος καί ὁ ἱερεύς ζῶντας μέσα στόν προκλητικό αὐτό κόσμο εἶναι ὑποχρεωμένος νά σηκώνει καθημερινῶς τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου. Ἐάν δέν ἐπαγρυπνεῖ εὔκολα μπορεῖ νά πέσει σέ παγίδα τοῦ διαβόλου ἤ μπορεῖ νά ἀρχίσει τούς συμβιβασμούς ἤ ἡ πρώτη του θέρμη γιά τήν ἱερωσύνη ἀρχίσει νά κρυώνει καί νά γίνεται παραβάτης τῶν θείων ἐντολῶν. Ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά ξέρει ὁ ἱερεύς ὅτι στόν κόσμο καί ἀπό τόν κόσμο θά δεχθεῖ πίκρες ἀλλά ὀφείλει νά μή ταράσσεται. Ὄπισθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης εἶναι πάντοτε ὁ Ἐσταυρωμένος! Αὐτόν νά ἀτενίζει καί ἀπό Ἐκεῖνον νά λαμβάνει δύναμη, κουράγιο, ὑπομονή.

Κύριο ἔργο τοῦ ἱερέως εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Δέν ὑπάρχει ὑψηλότερο καί πνευματικότερο ἔργο ἀπ' αὐτό. Ὅλα τά ἄλλα ἀκολουθοῦν. Καί τό κήρυγμα καί ἡ φιλανθρωπία καί ἡ παρηγορία τῶν ἀνθρώπων καί ὅλες οἱ ἄλλες δραστηριότητες ἀπό τήν Θ. Λειτουργία καί τήν Ἁγία Τράπεζα ξεκινοῦν. Πρῶτα ἡ Θ. Λειτουργία. Ἐκεῖ γίνεται ἡ ἀναφορά ὅλων. Ὁ ἱερεύς μέ τήν λειτουργική ὑπηρεσία καί διακονία φανερώνει στόν κόσμο τήν «καινή κτίση», τήν καινούργια ζωή πού ἔφερε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί ἐπειδή ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι τό μέγα μυστήριο μέ τό ὁποῖο ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ προσφέρεται στούς πιστούς εἶναι συνάμα καί τό ἀληθινό κέντρο τῆς ἱερατικῆς διακονίας του.

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὁ ἱερεύς πρέπει νά εἶναι «φῶς« καί «ἅλας» σ' ὅλη του τήν ἱερατική βιοτή. Ἔτσι πάντοτε καί παντοῦ ὀφείλει νά ἐνθυμεῖται ὅτι εἶναι ἱερεύς καί νά συμπεριφέρεται κατ’ ἄριστον τρόπον. Ὁ ἱερεύς χαιρετᾶ εὐγενῶς, ὀμορφαίνει τό λεξιλόγιό του. Φορεῖ τό ράσον καί τό καλυμμαύχι του, βέβαια ἀναλόγως (ἐξαίρεση οἱ ἀγροτικές ἤ κτηνοτροφικές ἐργασίες ἤ ἡ ὁδήγηση ἤ κάποια εἰδική ἀποστολή ἤ ποιμαντική δράση ἤ περίπτωση ἀσθενείας), ἀναλόγως πάντοτε τῶν συνθηκῶν καί τῶν καταστάσεων. Τό ράσο πρέπει νά εἶναι καθαρό καί σιδερωμένο. Τό χρῶμα τοῦ «ἀντερί» νά εἶναι καί αὐτό μαῦρο. Τό καλυμμαύχι νά τηρεῖται καθαρό καί νά φοριέται ἴσια καί ὄχι στραβά καί στό κατάλληλο ὕψος, οὔτε πολύ χαμηλό οὔτε πολύ ὑψηλό. Ἐπιβάλλεται ὁ ἱερεύς νά γνωρίζει κάθε ἡμέρα ποῖος ἅγιος ἑορτάζει. Ἔχει μαζί του εἰκονίτσες γιά νά μοιράζει ὅπου πρέπει. Εἶναι συνεπής στίς κοινωνικές καί κρατικές ὑποχρεώσεις του. Δέν κάθεται μπροστά σέ ἄλλους «σταυροπόδι». Δέν ἐπιτρέπεται νά καπνίζει, οὔτε νά μεθάει. Δέν φιλονικεῖ, δέν ὑβρίζει καί δέν κτυπᾶ ποτέ κανένα. Αὐτά ἀπαγορεύονται καί ἀπό τούς ἱερούς κανόνες. Ἡ καλή συμπεριφορά πρέπει νά διακρίνει τόν ἱερέα καί στό Γραφεῖο τοῦ Ναοῦ. Ὁ χῶρος αὐτός δέν εἶναι χῶρος κοσμικῶν συζητήσεων ἤ φαγητοῦ. Ὁμιλεῖ στούς πιστούς πού ἔρχονται μέ εὐγένεια, καλωσύνη καί εἶναι κατά πάντα προσεκτικός. Ἡ ἴδια εὐγενής συμπεριφορά ἰσχύει καί ὅταν ὁμιλεῖ στό τηλέφωνο. Ἀκόμη δέν ἐπιτρέπεται νά ἔρχεται σέ διαμάχες γιά πολιτικῆς φύσεως θέματα. Ἐπίσης στόν καφέ ἤ γεῦμα κλπ ὅπου παρίσταται ὁ Ἐπίσκοπος δέν ἐπιτρέπεται νά ἀρχίσει νά πίνει ἤ νά τρώγει πρίν ἐκεῖνος ἀρχίσει νά τρώγει ἤ πρίν ἀρχίσει ἡ προσευχή. Ὁ ἱερεύς ὀφείλει, τέλος, νά τηρεῖ σχολαστική καθαριότητα στό σῶμα καί σ' ὅλα τά ἐνδύματά του. Στό σπίτι του ὁ ἱερεύς μή ξεχνᾶ ὅτι δέν παύει νά ἔχει τήν ἱερατική ἰδιότητα. Αὐτό ἔχει σχέση τόσο μέ τήν σύζυγό του τήν πρεσβυτέρα, ὁ ἔγγαμος, ὅσο καί μέ τά παιδιά του. Εἶναι εἰρηνικός, συνεργάσιμος, ἤρεμος, στοργικός πατέρας, φύλαξ τῶν ἁγίων οἰκογενειακῶν παραδόσεων. Δέν σκανδαλίζει ἀλλά ἀνεβάζει τό πνευματικό ἐπίπεδο τοῦ σπιτιοῦ του. Τό σπίτι τοῦ ἱερέα πρέπει νά εἶναι ἀκατηγόρητο καί παράδειγμα πρός μίμησιν.

Ἐπίσης στό σπίτι ὁ κάθε ἱερεύς ὀφείλει νά ἔχει προσευχητάριον, φωτογραφία τοῦ Ἐπισκόπου του, τῆς χειροτονίας του, νά ἔχει βιβλιοθήκη καί βεβαίως νά μελετᾶ. Καλόν εἶναι ὅταν ἔχει νά λειτουργήσει νά προετοιμάζεται καταλλήλως ἀπό κάθε ἄποψη. Εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἔγγαμος πού καθοδηγεῖ καί τήν πρεσβυτέρα του νά ζεῖ καί συμπεριφέρεται ὅπως πρέπει κατά Θεόν.

Ἀκόμη νά προσέξει ὁ ἱερεύς νά μή περιφρονεῖ κανένα ἄνθρωπο καί βέβαια νά μήν εἶναι εὔθικτος, ἐγωϊστής καί αὐθάδης. Οὔτε θρησκόληπτος καί φανατικός. Πρέπει νά δημιουργεῖ ὡραῖες ἐθνικό-θρησκευτικές ἐκδηλώσεις στήν ἐνορία του, νά ἐνισχύει τά Κατηχητικά Σχολεῖα, νά κάμνει ἐλεημοσύνες, νά ἐπισκέπτεται ἀσθενεῖς, νά παρηγορεῖ τούς θλιβομένους καί πενθοῦντες, νά χαίρεται μέ τήν χαρά ἐνοριτῶν (γάμοι-βαπτίσεις κἄ), νά εἶναι φιλακόλουθος, προσεκτικός καί ἀγαπητός στό ναό μέ τούς ἐπιτρόπους, τούς ψάλτες καί τούς νεωκόρους. Ἀλλά νά εἶναι ἕτοιμος καί γιά πίκρες καί στενοχώριες. Ὡστόσο ὅλα νά τά ἀναθέτει στόν Κύριο μέ τήν καθημερινή του προσευχή. Τέλος ὀφείλει νά μή ξεχνᾶ νά κτυπᾶ τήν καμπάνα πού δηλώνει τήν παρουσία τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

Ἀναφέρουμε στή συνέχεια μερικά περιστατικά ἀπό εὐλαβεῖς κληρικούς τά ὁποῖα κάποια ἔμπνευση μπορεῖ νά δώσουν: Ὁ ταπεινός καί εὐλαβής παπα - Νικόλας ὁ Πλανάς (†1932), τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἁγιοκατάταξε, λειτουργοῦσε στό ἐκκλησάκι Προφ. Ἐλισσαίου στή Πλάκα Ἀθηνῶν καί ὅπως γράφεται στό βίο του: «Στά πενήντα χρόνια τῆς ἱερατείας του δέν ὑπάρχει οὔτε μέρα, πού νά μήν λειτούργησε. Ἡ λειτουργία του κρατοῦσε ὡς τίς δύο τό μεσημέρι κι ἄς ἦταν καί καλοκαίρι ἀκόμη. Διάβαζε τρία καὶ τέσσερα Εὐαγγέλια καμμιά φορά. «Νά εἰποῦμε καί γιά κεῖνον τόν ἅγιο καί γιά κείνη τήν ἁγία» ἔλεγε μέ τήν ἁπλή του καρδιά, «θά τούς εὐχαριστήση». Ὧρες ὁλόκληρες μνημόνευε στήν Προσκομιδή. Θεωροῦσε καθῆκον του νά μνημονεύει ἀδιάκοπα τά χαρτιά μέ τά ὀνόματα, πού τοῦ ἔδιναν. Ἦταν τόσο πολλά, ὥστε τά ἔκανα μικρά δεματάκια καί δείχνοντάς τα ἔλεγα: «τά γραμμάτιά μου, τά συμβόλαια μου εἶναι αὐτά». Καμμιά φορά οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀκολουθίας του ἀφαιροῦσαν ἐνδιάμεσα μερικά γιά νά τοῦ ἀλαφρώσουν τόν κόπο».

Ὁ π. Ἰάκωβος Τσαλίκης (†1991), ὁ ὁποῖος εἶναι ὅσιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν στό μοναστήρι του τόν Ὅσιο Δαυΐδ στήν Εὔβοια δέν λειτουργοῦσε γιατί ἔβαζε νά λειτουργήσει ὁ ἐπισκέπτης – προσκυνητής ἱερεύς, αὐτός εἶχε ἕνα χαλάκι, τό ἔβαζε δίπλα στήν Ἁγία Τράπεζα καί γονάτιζε ἐκεῖ ἀπό τό «Εὐλογημένη» μέχρι τά «Ἅγια τοῖς ἁγίοις» συμπροσευχόμενος καί σηκωνόταν μόνον τήν ὥρα τῆς Θ. Κοινωνίας.

Ὁ π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος (†1964) ἔζησε στή Πάτρα καί ὡς ἀναφέρει βιογράφος του: «Ἰδιαίτερα γιά τήν λειτουργία του, ὅσοι εἶχαν τήν εὐκαιρία νά παρακολουθήσουν καί πιό πολύ ὅσοι εἶχαν τήν εὐτυχία νά συλλειτουργήσουν μαζί του, δίνουν συγκλονιστικές μαρτυρίες. «Τόσον ἐγώ ὅσον καί οἱ ἄλλοι ἱερεῖς τῶν Πατρῶν κατελαμβανόμεθα ἀπό δέος – γράφει μαθητής του ἱερεύς τότε καί ἐπίσκοπος ἀργότερα ὁ ἀείμνηστος Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης κυρός Ἱερόθεος. Ἦταν ἀπίστευτη ἡ ἔντασις μέ τήν ὁποία προσηύχετο ἀπό τό «εὐλογητός» τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ὡς τό τελευταῖον «Ἀμήν» τῆς θείας λειτουργίας. Ὅταν ἔφθανεν ἐμπρός εἰς τήν ἁγίαν Τράπεζαν, τό σῶμα του, τό ὁποῖον κανονικῶς κατά τά τελευταία αὐτά ἔτη τό κρατούσαμε ἀπό τό χέρι διά νά σταθῆ, ἐγίνετο λαμπάδα καιομένη. Μέ πολλήν βίαν ἐδέχετο νά καθήση εἰς τόν Ἀπόστολον. Ὅλαι αἱ καίριαι λέξεις τῶν εὐχῶν, αἱ ἱκεσίαι τῶν αἰτήσεων εὕρισκαν τήν ἀνταπόκρισίν των εἰς τήν ἔκφρασίν του. Ἐκεῖνα τά «Κύριε Ἐλέησον», «Παράσχου Κύριε», «Ἀμήν» ἔβγαιναν ἀπό τά βάθη τῆς ὑπάρξεώς του καί συνεκλόνιζαν. Τόν ἐνθυμοῦμαι εἰς τήν τελευταίαν λειτουργίαν του. Ὁ ἀνεπανάληπτος τόνος του, τά δάκρυα του εἰς τόν καθαγιασμόν τῶν Τιμίων Δώρων μᾶς ἐπλημμύρισαν μέ δέος. Ἦταν σάν νά λειτουργοῦσε ἐκεῖ εἰς τήν ἀγαπημένην του θέσιν, ἐμπρός εἰς τήν ἁγίαν Τράπεζαν διά πρώτην φοράν». (Ἀθ. Κοτταδάκη, Συναξάρι τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, Ἀθῆναι 1972. σελ. 29).

Ὁ π. Γεώργιος Κουτῆς (†1969) λειτουργοῦσε γιά πολλά χρόνια στόν Ἱ. Ναό Ἁγίου Σάββα στό «Ἀντικαρκινικό» Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν. Τό ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό ἦταν, ὅτι προτοῦ εἰσέλθει στό Ἱ. Βῆμα, ἔβγαζε πάντα τά παπούτσια του καί ἔβαζε ἄλλα πού εἶχε μέσα σ' ἕνα κουτί καί τἀνάπαλιν.

Ὁ π. Ἀθανάσιος Χαμακιώτης (†1967) λειτουργοῦσε στό μικρό ναό τῆς Παναγίας Νερατζιώτισας στό Μαροῦσι. Κάποτε γέρων καί ἀσθενής ὅταν εἶχε γονατίσει τήν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων καί θέλησε μετά νά σηκωθεῖ ἤγγιξε στήν γωνία τήν Ἁγία Τράπεζα γιά νά στηριχθεῖ. Τότε δακρυσμένος γύρισε καί εἶπε στούς συλλειτουργούς του: «Μέ συγχωρεῖτε ἀναγκάστηκα νά ἀκουμπήσω στήν Ἁγία Τράπεζα»!

Ὁ χρυσορρῆμον Ἰωάννης, ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης θά ἐγκωμιάσει τήν ἱερωσύνη: «Ὦ θαῦμα παράδοξον! ὦ δύναμις ἄρρητος! ὦ φρικτόν μυστήριον τό τῆς ἱερωσύνης˙ νοερά καί ἁγία σεμνή καί ἀμώμητος, ἥν Χριστός τοῖς ἀξίοις ἐλθών ἐδωρήσατο. Προσπίπτω καί δέομαι δάκρυσι καί στεναγμοῖς, ἵνα ἐσοπτρίσωμαι εἰς τοῦτον τόν θησαυρόν τῆς ἱερωσύνης, τοῖς αὐτόν φυλάττουσιν ἀξίως καί ὁσίως... Ἠξιώθης, οὖν ἀδελφέ, κομίσασθαι βαθμόν ἱερωσύνης, σπουδήν ἔχε εὐαρεστεῖν τῷ στρατολογήσαντί σε, ἐν ἁγνείᾳ καί ἐν δικαιοσύνῃ καί σοφίᾳ πνευματικῄ καί ἐν λαμπρᾷ παρθενίᾳ. Γενοῦ θερμός ζηλωτής ὡς ὁ Ἠλίας, κηδεμών ὡς Ἱερεμίας, σώφρων ὡς ὁ Ἰωσήφ, καί ἁγνός ὡς Ἰησοῦς, φιλόξενος ὡς Ἀβραάμ, φιλόστοργος ὡς Δαυΐδ καί πρᾶος ὡς Μωϋσῆς τόν πλανηθέντα σύναξον, τόν χωλόν ἐπίδησον, τόν πεσόντα ἀνάστησον, ἀσθενοῦντας ἀντιλαβοῦ καί ὅσα ὅμοια. Ἆρξαι βίον καινότερον...Ταύτης ἀεί μέμνησο, ἀδελφέ ἀγαπητέ, τῆς θείας λέξεως τοῦ Ὑψίστου, τῆς ρηθείσης διά Ἡσαΐου τοῦ προφήτου, τό: «Ἐπί τίνι ἐγώ ἀναπαύσομαι, ἀλλ' ἤ ἐπί τόν πρᾶον καί ταπεινόν καί τρέμοντά μου τούς λόγους;». Ταύτης ἀεί τῆς ἐντολῆς μνημόνευσον, καί κτῆσαι θησαυρόν τόν πρᾶον λογισμόν, ἵνα οὕτω δυνηθῇς νοερῶς ἀναβῆναι εἰς τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, καί θυσίας νοεράς προσενέγκαι τῷ βασιλεῖ καί Θεῷ ἐπί τό ἄνω θυσιαστήριον, ὅπου πλέκονται στέφανοι ἀφθαρσίας˙ κἀκεῖσε ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων ἀναδήσει σέ ὁ Χριστός στέμμα ἀθανασίας, καί σύν ταῖς ἄνω στρατείαις ὑμνήσεις ὕμνον ἐπινίκιον τῇ ἁγίᾳ Τριάδι, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.» (Λόγος Ζ', PG. 48,(1067-1070).


Εκτύπωση   Email