«ΦΩΣ ΕΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΝ ΕΘΝΩΝ» - Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. Μάρκου

Ὁμιλία ἐκφωνηθεῖσα κατά τήν Πολυαρχιερατικήν Θ. Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου εἰς Γύθειον Πελοποννήσου τήν 2αν Φεβρουαρίου 2020.

     

     Δοξάζω, Χριστιανοί μου, δοξάζω Κορῶνες μου τὸν Τριαδικὸν Θεόν, τὸν Ἄναρχον Θεὸν Πατέρα, τὸν Συνάναρχον Υἱὸν καὶ Λόγον καὶ τὸ Συμπλαστουργοσύνθρονον, Συναΐδιον Ἅγιον Πνεῦμα, διότι ἀξιώνει τὴν ταπεινότητά μου νὰ πορευθῶ καὶ νὰ βαδίσω πάνω στὰ Ἱερὰ καὶ Ἡρωικὰ χώματα τῆς πατρίδος σας. Χώματα ποὺ δὲν τὰ πατοῦμε. Χώματα ποὺ τὰ προσκυνοῦμε. Νὰ ἀνταποκριθῶ στὴν φιλάδελφον πρόσκλησιν τοῦ ὑπερβαλλόντως ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου τοῦ Γ’, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πρωτύτερα ὑπηρέτησε τὴν ἐπιστήμην τῆς Θέμιδος, ἀντήλλαξε τὸν τριβῶνα της δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ διακονίας μὲ τὸν ποδήρη της Ἱερωσύνης.

      Νὰ βρεθῶ σὲ ἕνα χῶρο ὅπου ἰδιαιτέρως τιμᾶται μία ἀπὸ τὶς καθοριστικότερες θεολογικῶς Δεσποτικές, ἅμα δὲ καὶ Θεομητορικὲς ἑορτές, τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Νὰ ἔρθω, νὰ σταθῶ μπροστὰ στὴν ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ προσκυνήσω καὶ νὰ μεταφέρω ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ θαλάσσια σύνορα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, ἐκεῖ ποὺ ἡ Εὐρώπη στέκεται μπροστὰ στὴν Ἀσία, ἐκεῖ ὅπου Χριστὸς στέκεται μπροστὰ στὸν Μωάμεθ, ἐκεῖ ὅπου ὁ πολιτισμὸς στέκεται μπροστὰ στὴν βαρβαρότητα, νὰ μεταφέρω ἀφενὸς μὲν τὴν ἀναντίρρητη ἀπόφασή μας, χρησιμοποιώντας ἕνα λόγο ἀπὸ τὴν λακωνικὴ γῆ, νὰ παραμείνομε καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ, τοῖς τῶν προγόνων ἡμῶν ρήμασι πειθόμενοι καὶ παράλληλα νὰ ἀποτελοῦμε ἀνασχετικὸ παράγοντα σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θέλει νὰ διεισδύσει στὰ βάθη τῆς ἑλληνικῆς γῆς.

      Μὲ ἀξιώνει ὁ Θεὸς τούτη τὴ στιγμὴ νὰ στέκομαι μπροστὰ στὴν δική σας εὐλάβεια καὶ στὴν δική σας πίστη, γιὰ νὰ ἀνάψω τὸ κερὶ τῆς καρδιᾶς σας, τὸν δαυλὸ τῆς καρδιᾶς σας, μὲ τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐξηγγέλθηκε ὁ Θεοδόχος Προφήτης Συμεὼν τὴν ὥρα τῆς Ὑπαπαντῆς, Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν.

      Τὸ φῶς Χριστιανοί μου εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. «Εἶπεν ὁ Θεὸς γεννηθήτω φῶς καὶ ἐγένετο φῶς». Τὸ φῶς εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Τὸ φῶς εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος μεταφέρεται ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους, τοῦ ἐρεβώδους σκότους, τοῦ ζοφεροῦ σκότους, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κοιτάξει τὴν ζωή, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κοιτάξει τὴν ἀλήθεια.

      Ὅμως πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, ποὺ λούζει τὴν καθημερινότητά μας, περισσότερο δὲ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο φῶς, ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, ἄκτιστη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἡ ἐποπτεία τοῦ ὁποίου κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ γίνεται ἔμπειρος, νὰ γνωρίζει τὸν Θεό. Εἶναι τὸ ἄκτιστο φῶς, εἶναι τὸ κριτήριο τῆς Ἁγιότητος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Αὐτὸ τὸ φῶς ἑξαγγέλεται ὁ Θεοδόχος Συμεών. Τὸ φῶς αὐτὸ ὑποστασιάζεται καὶ ὁρίζεται ἁγιογραφικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας. «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ Φῶς τοῦ κόσμου. Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ παριπατήσει ἐν τὴ σκοτία, ἀλλ’  ἕξει τὸ Φῶς τῆς ζωῆς (Ἰω. θ΄, 12)». Ἐγὼ λέει ὁ Χριστός, εἶμαι τὸ μόνο ἀληθινὸ φῶς στὸν κόσμο καὶ ὁποιοσδήποτε θελήσει νὰ πατήσει πάνω στὰ χνάρια μου, τὰ ματόβρεχτα χνάρια μου, δὲν πρόκειται νὰ ζήσει ποτὲ στὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας, τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀπελπισίας, τοῦ πόνου, τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ θὰ λούζεται καθημερινὰ στὸ ἀνείπωτο καὶ οὐράνιο φῶς τῆς ζωῆς.

      Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Φωτοδότη Χριστό, φῶτα εἴμαστε καὶ ἐμεῖς, ὅταν πιστεύομε σὲ Ἐκεῖνον, ὅταν βαπτιζόμαστε στὸ ὄνομα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος, στὸ ὄνομα τῆς ὁποίας οἱ Πατέρες μας καθιέρωσαν νὰ συντάσσονται τὰ συντάγματα τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας, μὲ φράσεις ποὺ ἀποτελοῦν παρακαταθήκη στὴν ζωή μας καὶ ἀπαγορεύεται νὰ ἀναθεωροῦνται.

      Ἐμεῖς λοιπὸν ποὺ βαπτιζόμαστε στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ποὺ φωτιζόμαστε στὸ βάπτισμα, ποὺ εἴμαστε Φωτισμένοι, Νεοφώτιστοι στὸ βάπτισμα, εἴμαστε καὶ ἐμεῖς φῶτα σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Πάλι κατὰ τὸν λόγον τοῦ Χριστοῦ μας. «Ὑμεῖς ἐστὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου (Ματθ. ε΄,14)». Ἐσεῖς οἱ Χριστιανοὶ εἴσαστε, τὸ φῶς τοῦ κόσμου, λέει ὁ Χριστός στοὺς μαθητές του καὶ σὲ ὅσους διὰ τῶν λόγων τῶν μαθητῶν Του θὰ πιστέψουν σὲ Ἐκεῖνον. Ἐμεῖς ἤρθαμε νὰ ἀποκαταστήσομε ἕναν κόσμο μὲ τεχνικὲς φωταψίες καὶ νὰ τὸν μετατρέψομε σὲ ἕναν κόσμο αὐθεντικῆς φωτοχυσίας, ὅπως εὔστοχα καὶ λυρικὰ τὸν παρουσιάζει ὁ συμπατριώτης μου Χριστιανὸς ποιητὴς Ἀλέξανδρος Γκιάλας, Γ. Βερίτης. «Ἤτανε φῶτα, χίλια φῶτα, ἀλλὰ δὲν ἤτανε τὸ Φῶς». Αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ βρίσκεται στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ Ἐκκλησία μας τὸ ἀντλεῖ καὶ τὸ ἀνάπτει σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὅταν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀνάβομε τὸ λυχνικό, τὸ κτιστὸ φῶς, τὴν ἴδια στιγμὴ τὰ χείλη μας, βλέποντας τὸν ἥλιο νὰ γέρνει στὴ δύση του, ἀναζητοῦμε τὸ οὐράνιο φῶς, τὸ ἄκτιστο φῶς. «Φῶς ἱλαρὸν Ἁγίας Δόξης ἀθανάτου Πατρός».

      Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα τὴν ὥρα τοῦ μεσονυκτικοῦ, ὅταν μέσα στὴν καρδιά μας θὰ γεννιέται ἡ λαχτάρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας, ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε «οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων (Ἰω. κ΄, 19)», γιὰ τὶς μυροφόρες γυναῖκες καὶ ἐμεῖς ἐκείνη τὴ στιγμὴ θὰ περιμένομε νὰ ζήσομε τὴν δική μας ἐπιφωσκούση ἡμέρα. Τὴν μέρα ποὺ θὰ ἀρχίσει νὰ σκάει τὸ φῶς, νὰ βγαίνει τὸ φῶς μὲ μία ἀκτῖνα φωτὸς ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο τοῦ Χριστοῦ μας νὰ διαλύσει τὰ σκοτάδια τῆς ζοφερῆς ἀπογοητεύσεώς μας. Καὶ ὅταν τὸ πρωὶ θὰ διαβάσομε μέσα στοὺς ἱερούς μας Ναούς, τὸν ἑξάψαλμο, ὅπως στὰ χρόνια του ἐνδόξου μας βυζαντινισμοῦ τὸν διάβαζαν οἱ Αὐτοκράτορες τῆς Βασιλεύουσας, ἀπὸ τὸν πρῶτο, τὸν ἐν Βασιλεῦσι Ἀπόστολο τοῦ Κυρίου, τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Μέγα, μέχρι τὸν ἑνδέκατο, τὸν συμπατριώτη σας, τὸν μαρμαρωμένο βασιλιὰ ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Λακωνίας, τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Παλαιολόγο.

      Ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἑξαψάλμου θὰ ἀρχίσομε νὰ ψάλλομε τὸ φῶς ποὺ θὰ διαλύσει τὸ σκοτάδι τῆς ψυχῆς μας. «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς Σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς». Ὁλοκληρώνοντας τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου θὰ δοξάσομε τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος χαρίζει φῶς σὲ ὅλο τὸν κόσμο. «Δόξα Σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς». Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει στὴν καθημερινὴ πορεία τῶν ἀκολουθιῶν ἡ θαυμάσια εὐχὴ τῆς πρώτης ὥρας, «Χριστὲ τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψόμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον», καὶ ξεκινώντας ἡ Θεία Λειτουργία στὸ ὄνομα τῆς Τρισοφαοῦς Ἁγίας Τριάδος, θὰ ζητήσομε ἀπὸ τὸν Θεὸ «νὰ ἐλλάμψῃ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τὸ τῆς Αὐτοῦ θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς», γιὰ νὰ ἀκούσομε τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ κατανοήσομε «τὰ Ἱερὰ Γράμματα τὰ δυνάμενα ἀνθρώπους σοφίσαι». Καὶ ὅταν στὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας γιὰ μᾶς σήμερα, πρῶτα ὁ Θεὸς ἂν ζοῦμε, μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτά, ὁ Θεὸς ξέρει ἂν θὰ ζοῦμε μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτά, ὅταν θὰ γίνομε σύσσωμοι καὶ σύνναιμοι μὲ τὸν Χριστό μας, ὅταν θὰ ἔχομε ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό μας στὴν θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ μεταμοσχεύσομε στὸν ἑαυτὸ μας Σῶμα Χριστοῦ καὶ νὰ μεταγγίσομε στὸν ἑαυτὸ μας Αἷμα Χριστοῦ καὶ νὰ γίνομε σύσσωμοι καὶ σύνναιμοι μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος θὰ κυλάει μέσα μας, «εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφροὺς, εἰς καρδίαν», καὶ πάλιν τότε θὰ ποῦμε ὅτι «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον».

      Μία ζωὴ γεμάτη φῶς, φῶς Χριστοῦ, φῶς Χριστόν, φῶς ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς μελῶν τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Πίστεως καὶ Ἐκκλησίας.

      Αὐτὸ τὸ φῶς εἶδε νὰ ἀνατέλλει στὸν κόσμο ὁ Θεοδόχος Συμεών, καὶ εἶδε αὐτὸ τὸ φῶς νὰ λάμπει καὶ νὰ ἀποκαλύπτεται στὰ μάτια ὅλων τῶν ἐθνῶν. Τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ποὺ αἰῶνες πρὶν ἔλθει ὁ Χριστὸς στὴν γῆ, ἀκόμα καὶ ἀγνοοῦντες, ἀκόμα καὶ χωρὶς νὰ Τὸν γνωρίσουν ἢ ψαύσουν Αὐτὸν τὸν ἐσέβοντο κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τῶν ἐθνῶν ἐκείνων ποὺ ὁ ἐρχομὸς τοῦ Μεσσία ὑπῆρχε κατὰ τὴν προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης προσδοκία τους.

      Τῶν ἐθνῶν ἐκείνων ποὺ ἦταν ἕτοιμα, δικαιωματικὰ - νὰ γίνω καὶ ἐγὼ γιὰ λίγο δικαιωματιστὴς - δικαιωματικὰ ἦταν ἕτοιμα αὐτὰ τὰ ἔθνη νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψουν σὲ κανέναν, οὔτε τότε νὰ τοὺς Τὸν ἀποστερήσει, οὔτε ἀργότερα νὰ Τὸν ἀποβάλει καὶ νὰ Τὸν ἐκβάλει ἀπὸ τὴν ζωή τους.

      Καὶ ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ τὰ ἔθνη, γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς ἑτοίμαζε νὰ ἄρει ἀπὸ τὸν μέχρι τότε περιούσιο λαό του, τὴν Βασιλεία Του καὶ νὰ τὴν δώσει σὲ δεκτικὸ  ἔθνος, ποιοῦν καρποὺς αὐτῆς, ὑπῆρξε, Χριστιανοί μου, καὶ τὸ δικό μας ἔθνος. Ὑπῆρξε Χριστιανοί μου καὶ τὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων. Ὑπῆρξε Χριστιανοί μου καὶ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ποὺ ἡ Τρισήλιος Θεότης ἐπέλεξε ἀνάμεσα σὲ ὅλους τους λαοὺς τῆς γῆς ἀφενὸς μὲν νὰ ἔχει διαμορφώσει τὸν ἑνιαῖο οἰκουμενικό, γεωγραφικὸ χῶρο, μὲ τὴν θαυμάσια ἐκείνη ἡρωικὴ ἐκστρατεία τοῦ σπουδαιοτέρου μετὰ τοὺς Ἁγίους της Ἐκκλησίας μας ἄνδρα ποὺ γέννησε ἡ Ἑλλάδα, τοῦ Μακεδόνα, ἄρα μόνον Ἕλληνα Βασιλέως Στρατηλάτη, Ἀλεξάνδρου τοῦ Μεγάλου.

      Ἴσως δὲν εἶναι σύμπτωση τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μὲν Ἀλέξανδρος ἐδημιούργησε  ἕναν ἑνιαῖο χῶρο καὶ ἐξυπηρέτησε τὴν διάδοση τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος ἡ ἑνότης τοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος ποὺ προσεκάλεσε τοὺς ἀποσταλμένους τοῦ Χριστοῦ, τοὺς  Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ φέρουν τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Εὐρώπη, ἦταν Μακεδόνας, μὲ τὴν πρόσκλησή του «διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν (Πρ. ιστ΄, 9)».

      Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν ἑνιαῖο χῶρο ἡ δική μας πίστη, ἡ δική μας πατρίδα ἔδωσε καὶ τὴν γλῶσσα της. Τὴ γλῶσσα ποὺ ὅπως ἔχει γράψει ὁ σπουδαῖος Λατίνος ρήτωρ Κικέρων εἶναι γιὰ νὰ μιλᾶς μὲ τὸν Θεό. Τὴ γλῶσσα ποὺ μπόρεσε νὰ ἐκφράσει τὰ ὑψηλότερα νοήματα καὶ νὰ διακρίνει τὶς βαθύτερες ἔννοιες καὶ δογματικὲς διαφοροποιήσεις τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Διδασκαλίας. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐπέβλεψεν καὶ ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ Γένους αὐτοῦ.

      Κάποιοι ποὺ σκέπτονται ὀρθολογιστικά, μὲ ὀρθὸ λόγο, δυστυχῶς ἀκόμα καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ ἀντέτειναν σὲ αὐτὴν τὴν ἀναφορά μου ὅτι δὲν εἶναι θεολογικῶς ὀρθὸν νὰ διατηροῦμε τὰ πρωτοτόκια ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν πατρίδα μας. Θὰ τοὺς ἀνταπαντοῦσα μὲ μία βασικὴ θεολογικὴ διδασκαλία. Ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος. Ὅμως ὁ ἄπειρος Θεὸς ἐκκένωσεν Ἑαυτόν, ἐταπείνωσε τὸν Ἑαυτό του κι ἔγινε ἄνθρωπος καὶ περιορίστηκε καὶ περιγράφεται ἡ εἰκόνα Του, ἔγινε περιγραπτός, «τὴν ἄχραντον εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν Ἀγαθέ», γιὰ νὰ σώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος.

      Καὶ ἡ ἐκκλησία μας ἡ ὁποία στὴν ἀποστολὴ της εἶναι οἰκουμενικὴ καὶ ἀπευθύνεται «πρὸς πάντα τὰ ἔθνη», «πρὸς πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον», ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Θείου Δομήτορός της ἐκκένωσεν κατὰ καιροὺς ἑαυτὴν καὶ ἔγινε Ἐθναρχοῦσα τῶν Ἑλλήνων, καὶ παραμένει Ἐθναρχοῦσα τῶν Ἑλλήνων, γιὰ νὰ ὁδηγεῖ αὐτὸν ἐδῶ τὸν λαό, αὐτὸ ἐδῶ τὸ Ἔθνος στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς Ἱεραποστολῆς νὰ ὁδηγεῖ στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, στοὺς μὲν βυζαντινοὺς χρόνους σλαβικοὺς λαούς, στοὺς δὲ νεότερους χρόνους, τοὺς λαοὺς τῆς ἀφρικανικῆς ἠπείρου, τῆς ὁποίας τὴν Ἐκκλησία ἵδρυσε μαρτυρικῶς ὁ περιθριγκῶν τὴν ταπεινότητά μου Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος.

      Ἦρθε λοιπὸν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀποκαλυφθεῖ στὰ ἔθνη καὶ νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἰδιαιτέρως στὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος. Ἦρθε τὸ φῶς τὸ Χριστοῦ νὰ μετατρέψει καὶ νὰ μεταμορφώσει καὶ νὰ μπολιάσει τὴν μέχρι τότε ἀγριελιὰ τοῦ κλασικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴν καλλιέλαιο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ναζωραίου. Ἦρθε νὰ μετατρέψει τοὺς νικητές, τοὺς Ὀλυμπιονίκες τῆς Ἱερᾶς Ἄλτιδος σὲ μεγαλοφόρους Μάρτυρες μέσα στὰ Κολοσσαῖα  καὶ μέσα στὰ στάδια. Ἦρθε νὰ μετατρέψει τοὺς φιλοσόφους καὶ τοὺς σοφοὺς τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν σὲ Θεοφόρους καὶ Θεοκήρυκες καὶ Πνευματοκήρυκες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

      Ἦρθε νὰ μετατρέψει τοὺς ἰσχυροὺς προπονητὲς καὶ παλαιστὲς σὲ ἀλεῖπτες, πνευματικοὺς γεροντάδες καὶ σὲ νεομάρτυρες τῆς Πίστεώς μας. Ἦρθε νὰ μετατρέψει τοὺς Ρήτορες τῆς Ἀρχαίας Πνύκας σὲ ἀηδόνια τοῦ Ἱεροῦ Ἄμβωνος καὶ τοὺς ἐπικοὺς ὑμνωδοὺς κλεῶν ἀνδρῶν, νὰ τοὺς μετατρέψει σὲ ἱεροὺς ὑμνογράφους, κανονογράφους καὶ ψαλμωδοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας. Δημοσθένης καὶ ἱερὸς Χρυσόστομος, Πίνδαρος καὶ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς. Ἦρθε νὰ πάρει αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο, καὶ αὐτὸν τὸ λαό, καὶ νὰ βάλει τὸν Σταυρὸ ἐπάνω τὴ σημαία του. Νὰ βάλει τὸν Σταυρὸ ἐπάνω στὶς Ἐκκλησιές μας. Νὰ βάλει τὸν Σταυρὸ μέσα στὰ σπίτια μας. Νὰ βάλει τὸν Σταυρὸ μέσα στὰ σχολειά μας. Νὰ βάλει τὸν Σταυρὸ πάνω στοὺς τάφους τῶν κεκοιμημένων προγόνων μας.

      Γιατί ἐτοῦτος ἐδῶ ὁ τόπος μὲ δύο πράγματα μόνο μπορεῖ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ ζήσει. Μὲ ἕναν Σταυρὸ καὶ μὲ ἕνα καριοφίλι∙ καὶ ὁποιοσδήποτε θελήσει νὰ ἀφυδατώσει τὴν συνείδηση καὶ τὴν πολιτισμικὴ ταυτότητα αὐτοῦ του τόπου, ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἀπὸ τὴν δύναμη, τὸν ἡρωισμὸ καὶ τὴν φιλοπατρία στὸ καριοφίλι εἶναι ἐχθρὸς αὐτοῦ του τόπου. Προδίδει αὐτὸν τὸν τόπο. Γίνεται Ἐφιάλτης σὲ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο.

      Σὲ αὐτὸ τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖο ὅταν ἐσήκωσε τὰ πόδια του, μετὰ ἀπὸ τετρακόσια χρόνια σκληρῆς σκλαβιᾶς, τὰ ἐσήκωσε, ὅπως εἶπε ὁ Μωραΐτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν Ἁγία πρῶτα καὶ μετὰ γιὰ τὴν Ἐλευθερία τῆς Πατρίδος.

      Ὁ θαυμάσιος λόγος τοῦ γέρου τοῦ Μωριᾶ ποὺ ἀπευθύνθηκε, παιδιά μου, σὲ συμμαθητές σας, στοὺς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου Ἀθηνῶν, στὴν Πλάκα τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1832, ἀποτελεῖ τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκπαιδεύσεως ποὺ κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἀναθεωρήσει. Γιατί; Γιατί εἶναι ἡ ρήτρα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κληρονομήσαμε τὴν κατοικία μας. Τὸ ἐλεύθερο σπίτι μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦμε.

      Καὶ τοὺς εἶπε ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ, «νὰ φυλάσσετε πρῶτα τὴν Πίστη μας καὶ νὰ τὴν κρατήσετε. Γιατί ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ὅπλα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος».

      Γι’ αὐτὸ οἱ Ἕλληνες, ὅταν συνέταξαν τὸ πρῶτο Σύνταγμα τοῦ ἀγῶνος, ἔγραψαν ὅτι Ἕλληνες εἶναι ὅσοι κατοικοῦν σὲ αὐτὸν τὸν τόπο, καὶ πιστεύουν στὸν Χριστό. Αὐτοὶ ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Φωτὸς τοῦ Χριστοῦ, στὸ Ἔθνος τῶν Ἑλλήνων εἶναι τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖο σήμερα στέλνει ὁ δίκαιος Θεοδόχος Συμεὼν καὶ στὴν δική μας πατρίδα. Σὲ μία πατρίδα ποὺ τὴν βλέπουμε νὰ τρικλίζει, νὰ σκοντάφτει, νὰ ἐκτρέπεται σὲ ἀτραπούς, σὲ σοκάκια, σὲ στενά, σὲ χώρα καὶ σκιὰ θανάτου. Σὲ ζοφερὰ σκοτάδια τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν προβλήματα στὴν καθημερινότητά μας, ὡς προσώπων, ὡς ἀνθρώπων, ὡς κοινωνίας, ὡς κρατικῆς ὀντότητος.

      Καὶ κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν ἀναρωτήθηκε τί ἦταν ἐκεῖνο τὸ μαῦρο πέπλο ποὺ ἐκάλυψε τὸ φῶς. Μήπως ἦταν ἡ προσπάθεια, προαιρετικῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στὰ σχολειά; Μήπως ἦταν ἡ ἀπουσία τοῦ ἐξομολόγου παπᾶ ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση; Πόσα ἄραγε ἀπὸ τὰ παραβατικὰ γεγονότα τῆς σημερινῆς ἐκπαιδευτικῆς πραγματικότητος θὰ εἶχαν ἀποφευχθεῖ, ἂν μέσα στὰ σχολειὰ ὑπῆρχε σήμερα τὸ τιμημένο ράσο, ποὺ πατρικὰ στεκόταν στὸ πλευρὸ αὐτῶν τῶν παιδιῶν γιὰ νὰ τὰ δέχεται, καὶ νὰ τὰ ἀνέχεται μὲ ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς πτώσεις τους;

      Μήπως ἦταν ὁ κλονισμὸς τοῦ θεοϊδρύτου Μυστηρίου τοῦ Γάμου, τοῦ ὑγιέστερου πρωταρχικοῦ κυττάρου τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, πού ἀντικαταστάθηκε μὲ ἐκτροπὲς ἀκόμα καὶ τῆς ἁγνότητος καὶ τῆς καθαρότητος καὶ τῆς αὐθεντικότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως;

      Ἢ μήπως ἦταν ἡ ἀντιεπιστημονικὴ διαστρέβλωση μιᾶς ἱστορίας γραμμένης μὲ Πίστη καὶ μὲ Αἷμα, ἀπέναντι σὲ μία ἱστορία ἡ ὁποία κάνει τὸν ἄνθρωπο πολλὲς φορὲς νὰ ὁδηγεῖται στὴν κατάθλιψη.

      Στοὺς παλιοὺς καιρούς, οἱ Ἕλληνες «αὐτοκτονοῦσαν», εἴτε πέφτοντας ἀπὸ τὸν Ζάλογγο, εἴτε τινάζοντας πυριτιδαποθῆκες στὸν ἀέρα. Σήμερα οἱ Ἕλληνες αὐτοκτονοῦν, γιατί δὲν ἔχουν ἐλπίδα, γιατί δὲν ἔχουν σημεῖο προορισμοῦ. Γιατί ἔμαθαν νὰ περπατοῦν στὴν ζωή τους μὲ ἀνεμοδεῖκτες:Ὅπου τούς πηγαίνει ὁ κάθε ἐποχιακὸς ἄνεμος, καὶ ὄχι, προέρχομαι ἀπὸ ναυτικὴ ἐπαρχία καὶ ναυτικὴ οἰκογένεια, μὲ πυξίδα, ποὺ δείχνει σταθερὰ πάντοτε τὴν πορεία πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Οὐρανό, πρὸς τὸν Παράδεισο.

      Χριστιανοί μου, Κορῶνες μου, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτὰ θὰ βγοῦμε ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἱερὸ Ναὸ καὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ μεταφέρει στὸν κόσμο τῆς ἀναστροφῆς του, τῆς συναναστροφῆς του, τὰ  βιώματα ἀπὸ τὴν σημερινὴ λατρευτική μας σύναξη, θὰ ἤθελα ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ γίνει ἕνας σκυταλοδρόμος καὶ νὰ κρατήσει ἀναμμένη τὴν δᾶδα τῆς ψυχῆς του, ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ ὁ Συμεὼν παρουσίασε σήμερα στὰ μάτια μας. Ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ παρουσιάζει κάθε στιγμὴ ἡ Ἐκκλησία μας μπροστά μας. Καὶ αὐτὸ τὸ φῶς, ποὺ πιφαύσκεται ἀπὸ τὸ Ἱερό μας Θυσιαστήριο, αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ φρυκτωρεῖται ἀπὸ τὶς μετόπες τῶν πύργων ἐκείνων ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα, νὰ τὸ μεταλαμπαδεύσετε σὲ συγχρόνους μας σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας, ἀλλὰ καὶ στὶς ἑπόμενες γενιές, σὲ ἐκείνους ποὺ σὰν κριτὲς θὰ μᾶς δικάσουν καὶ στοὺς ἀγέννητους ἀκόμα, μὲ τὸ ἐλπιδοφόρο ἐκεῖνο μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας μας.

      Ἕλληνες, καὶ λέω τὴν λέξη Ἕλληνες, ὄχι μὲ τὴν ἐθνικὴ σημασία τῶν κεφαλαίων τοῦ Ἰωάννου τοῦ Ἰταλοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐσεβῆ, πατριωτική, ἐθνικὴ σημασία μὲ τὴν ὁποία ὁ Κολοκοτρώνης ξεσήκωσε τὸν Μωριά.

      Ἕλληνες «δεῦτε λάβετε φῶς, ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν» τὸν Εὐεργέτη καὶ τὸν Προστάτη τῆς Πατρίδος μας, τῆς Ἑλλάδος. Ἀμήν.

Εκτύπωση