ΜΑΝΗΣ: «Γιατί ἐκάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου;»

Μέ τό ἐρώτημα αὐτό, ἀπό τήν φράση τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου: «Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις καὶ ἔλεγεν: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα» (Οἶκος), ἄρχισε τό κήρυγμα, ὁ Σεβ. Ποιμενάρχης μας, σήμερα 14/3/2021, ἡμέρα Κυριακή, ὅπου «ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ», μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου ἐτέλεσε στόν Ἱ. Ναό τῶν Ταξιαρχῶν Ἀγερανοῦ. Συγκεκριμένα, ὁ ἐν λόγῳ Ἱ. Ναός βρίσκεται στό κέντρο τοῦ ἀρχαίου (ὀνόματι στά ὁμηρικά χρόνια Ἀράϊον) οἰκισμοῦ Ἀγερανός, στόν ΒΔ μυχό τοῦ Λακωνικοῦ κόλπου, κοντά στό Βαθύ, ὅπου καί ὁ πύργος τῶν Γρηγοράκηδων.

Μάλιστα ὁ Ναός εἶναι κτίσμα τοῦ 17ου αἰ. μέ τροῦλο καί καμπαναριό, ὡς καί τοιχογραφίες τοῦ ἰδίου αἰῶνα. Ὑπάρχει δέ ἡ παράδοση ὅτι τό τέμπλο ἔχει μεταφερθεῖ ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, γύρω στά 1688.

Καί ὁ Σεβ. συνέχισε στό κήρυγμά του, ἀπαντῶντας στό ἀρχικό ἐρώτημα. Εἶπε συγκεκριμένα:

«Ἐξορίζει ὁ Θεός τόν Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί δέν μποροῦσε πλέον νά σταθεῖ ἐκεῖ. Καί μάλιστα ἐνέδυσεν αὐτόν μέ δερματίνους χιτῶνας. Τόν ἐφοδίασε μέ τά ἐφόδια ἐκεῖνα, τά ἀπαραίτητα, γιά νά κατοικεῖ στήν γῆ, μέ τήν ἐλαχίστη ἔστω συνείδηση τῆς ὑποστάσεώς του. Καί ἀκόμη, τό σπουδαιότερον, “κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου”. Δέν τόν ἀπομάκρυνε, ὁ Θεός, μακριά, νά μήν βλέπει τόν τόπον, ὅπου πρίν ἦταν τῆς τρυφῆς, τόν Παράδεισο. Ἀλλά “κατῴκισεν ἀπέναντι”, ἔναντι τοῦ Παραδείσου, γιά νά βλέπει τί ἔχασε, ἀλλά καί γιά νά ἔχει μέσα του τόν πόθο τοῦ παραδείσου. Αὐτό ἐκφράζει τήν πανανθρώπινη νοσταλγία τῆς κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς γιά τήν ἐπάνοδο στήν θεοκοινωνία στόν Παράδεισο τῆς θείας μακαριότητος.

Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀδάμ ὅταν εἶδε τόν Ἄγγελο νά κλείνει τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, μεγάλως ἀναστέναξε καί εἶπε: “Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα” καί ἀκόμη βλέποντες τά φύλλα τῶν δένδρων τοῦ Κήπου τῆς Ἐδέμ εἶπε: “Συνάλγησον Παράδεισε καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, ἱκέτευσον τὸν Πλάστη”, δηλ. αὐτός ὁ ἦχος, πού κάνουν τά φύλλα τῶν δένδρων, ὡς ἄλλη ἱκεσία νά ἀκουστοῦν καί νά μέ συγχωρήσει καί ἐλεήσει, ὁ Θεός, ὥστε νά ἐπανέλθω καί νά ζῶ μαζί Του, ὅπως πρῶτα, πρίν τήν παρακοή μου».

Καί κατέληξε ὁ Σεβασμιώτατος:

«Ἀγαπητοί μου, οἱ Θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Ὀρθοδοξίας μας, θέσπισαν αὐτήν τήν Κυριακή, αὐτήν τήν ἀνάμνησιν, πάντα ταῦτα, νά ἐνθυμούμεθα καί νά μελετοῦμε βαθειά μέσα μας. Σ’ αὐτήν τήν περίοδο, πού ἤδη ξεκινᾶ, στόν προθάλαμο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γιατί; Γιατί αὐτή ἡ χρονική ἐκκλησιαστική περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού ἀπόψε μέ τόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό ἀρχίζουμε, εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν περίοδος τῆς μετανοίας. Εἶναι ἡ περίοδος τῶν δακρύων, τῆς περισυλλογῆς, τῆς ἐγκρατείας, τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τίς τροφές, ἀλλά καί ἀπό τά ποικίλα πάθη.

Εἶναι ἡ περίοδος τοῦ αὐτοελέγχου, τῆς ἐξομολογήσεως, ἡ περίοδος τῆς κατανύξεως, τῆς χαρμολύπης, τῆς ἐντόνου προσευχῆς καί ἱκεσίας καί δεήσεως. Ἀπό τούς Κατανυκτικούς Ἑσπερινούς μέχρι τό ὡραιότατο Μέγα Ἀπόδειπνο καί τίς Προηγιασμένες Θεῖες Λειτουργίες καί τούς Χαιρετισμούς εἰς τήν Παναγία Μητέρα μας. Δέν ὑπάρχει ὡραιοτέρα καί κατανυκτικοτέρα περίοδος ἀπό αὐτήν, τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Καί τό περιεχόμενόν της, ἐάν τό ἐξετάσουμε καί ἐμβαθύνουμε καί μελετήσουμε, ὅπως πρέπει, θά διαπιστώσουμε ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἡ Φιλοσοφία καί ἡ Κοινωνιολογία καί ἡ Ψυχολογία καί ἡ Ἀνθρωπολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅλα ἐκεῖ περιέχονται. Ἐκεῖ θά καταλάβουμε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποῖο τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποία ἡ πτῶσις του καί ποιές οἱ δυνατότητες γιά τήν ἐπάνοδο στήν χαμένη πατρίδα.

Ὅλοι μας, «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν οὐδὲ συνετηρήσαμεν, οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν». Ἔφτασε ὁ καιρός τῆς μετανοίας. Τό στάδιον ἠνέωκται, εἶναι ἐνώπιόν μας. Καί ἄς σκεφθοῦμε πῶς μποροῦμε νά ἐπανέλθουμε καί πάλιν στόν Παράδεισο. Γιατί ὁ Παράδεισος εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή. Ἡ ζωή εἶναι ὁ Θεός. Ἡ στέρηση τοῦ Θεοῦ, ὁ θάνατος.

Καλή, λοιπόν, Σαρακοστή!».

Για το φωτογραφικό υλικό πατήστε εδώ.


Εκτύπωση   Email